Γιώργος Αλογοσκούφης
_____________________________________________________
Προκειμένου να ερμηνεύσουμε τις οικονομικές εξελίξεις πριν και μετά τη μεταπολίτευση, θα πρέπει σε πρώτο επίπεδο να εξετάσουμε τις εγχώριες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, τις διεθνείς συνθήκες και τις εξελίξεις στην οικονομική πολιτική. Σε δεύτερο επίπεδο θα πρέπει να εξετάσουμε τους προσδιοριστικούς παράγοντες της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή να εξετάσουμε τους θεσμικούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες που την επηρεάζουν και το πως λειτούργησαν στις διάφορες περιόδους.
Θα αναφερθούμε αρχικά στις διαφορές μεταξύ των κυρίαρχων ιδεών, των κοινωνικών και οικονομικών συσχετισμών και των πολιτικών και οικονομικών θεσμών στην περίοδο πριν και μετά τη μεταπολίτευση. Οι διαφορές αυτές, σε συνδυασμό με τις μεταβολές στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, είναι κρίσιμες για την κατανόηση των μεταβολών που επέφερε στην οικονομία η περίοδος της μεταπολίτευσης και η ένταξη στην Ε.Ε και την ευρωζώνη.
Πολιτική και Οικονομία Πριν τη Μεταπολίτευση
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις καταστροφικές περιόδους της κατοχής και του εμφυλίου, ακολούθησε μια ταχεία ανασυγκρότηση και μία εικοσαπενταετία υψηλής οικονομικής ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκειά της πρώτης 25ετίας μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949 επικράτησαν ιδέες κρατικού παρεμβατισμού στα πλαίσια μιας μικτής οικονομίας της αγοράς, κάτι που χαρακτήριζε και την οικονομική πολιτική και στις υπόλοιπες μικτές δυτικο-ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η επιδίωξη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και της νομισματικής σταθερότητας εξελίχθηκε στην κύρια ιδεολογική κινητήρια δύναμη της πολιτικής του ελληνικού κράτους και της ελληνικής πολιτικής. Εν μέρει αυτό ήταν συμβατό και με το τι επικράτησε και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, αλλά ήταν επίσης αντίδραση στην ακραία οικονομική αστάθεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα στην οικονομική και ανθρωπιστική κρίση της περιόδου του μεσοπολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Η οικονομική ανασυγκρότηση και η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας στα πλαίσια μιας μικτής οικονομίας εξελίχθηκε έτσι στη ‘νέα μεγάλη ιδέα’ του ελληνισμού και επιδιώχθηκε ενεργά από το ελληνικό κράτος.
Η υιοθέτηση και εφαρμογή της πολιτικής της οικονομικής ανάπτυξης πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μετεμφυλιακού πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Το καθεστώς αυτό αντικατόπτριζε τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν προκαλέσει η κατοχή και ο εμφύλιος καθώς και τον ‘ψυχρό πόλεμο’ που επικρατούσε διεθνώς, μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων της στη Δυτική Ευρώπη, και της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της στην κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια.
Παρά τις διαιρέσεις αυτές, η κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, έστω και στην ψυχροπολεμική εκδοχή της, διατηρήθηκε μέχρι το πραξικόπημα του 1967. Η οικονομική ανάπτυξη ήταν η ‘άμπωτις που ανέβαζε όλες τις βάρκες’ και για μεγάλο διάστημα βοήθησε στην αποδοχή του μετεμφυλιακού πολιτικού καθεστώτος, παρά τις πολιτικές διακρίσεις που συνεπαγόταν το καθεστώς αυτό για τους οπαδούς της αριστεράς. Ακόμη και η δικτατορία του 1967-1974 διατήρησε ένα βαθμό ανοχής λόγω της προϊούσας οικονομικής ευημερίας.
Στην οικονομία, η αναπτυξιακή πολιτική βασίστηκε στον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, ώστε να υπάρχουν αφενός υψηλές αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και αφετέρου υψηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα. Οι αποταμιεύσεις χρηματοδοτούσαν τις επενδύσεις στους δύο τομείς προτεραιότητας, οικονομικές υποδομές και βιομηχανία, και η ανταγωνιστικότητα, η οποία είχε αποκατασταθεί μετά την υποτίμηση του 1953, διατηρείτο υψηλή μέσω του ελέγχου των αυξήσεων των μισθών ώστε να μην υπερβαίνουν το άθροισμα του πληθωρισμού και της αύξησης της παραγωγικότητας. Εξίσου σημαντική οικονομική προτεραιότητα ήταν και η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της νομισματικής σταθερότητας, μέσω της συμμετοχής της δραχμής στο σύστημα σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods.
Ωστόσο, η σταδιακή επούλωση των πληγών του εμφυλίου στη συνείδηση των Ελλήνων, οι ακρότητες της δικτατορίας, οι μεγάλοι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί που επέφερε η οικονομική ανάπτυξη, αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις όπως η αύξηση του διεθνούς πληθωρισμού και η επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης διεθνώς, άρχισαν σταδιακά να υπονομεύουν τους βασικούς πυλώνες του μετεμφυλιακού θεσμικού, πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος.
Παρά τις εντυπωσιακές της επιδόσεις στην εικοσιπενταετία 1948-1973, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες. Το οικονομικό θαύμα των δεκαετιών του 1950 και του 1960 είχε πραγματοποιηθεί υπό προστατευτικούς δασμούς και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, που αποτελούσαν μία ασπίδα για την νηπιακή αρχικά αλλά ταχέως αναπτυσσόμενη αργότερα ελληνική βιομηχανία.
Επιπλέον, η ανάπτυξη δεν ήταν εξωστρεφής, καθώς η Ελλάδα ήταν σχετικά απομονωμένη γεωγραφικά από τη Δυτική Ευρώπη, και δεν μπορούσε, για γεωπολιτικούς λόγους, να στηριχθεί σε στενές οικονομικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, όπως η Τουρκία στα ανατολικά, ή οι χώρες-δορυφόροι της Σοβιετικής Ένωσης στα βόρεια.
Η βιομηχανική παραγωγή επεκτάθηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες προκειμένου να εξυπηρετήσει κυρίως την εγχώρια αγορά, μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών. Ωστόσο, η ελληνική βιομηχανία ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στις πιο ανταγωνιστικές αγορές της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Επιπλέον, κατά την περίοδο της δικτατορίας 1967-1974 η Ελλάδα απομονώθηκε πολιτικά από την υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα και την περαιτέρω σχετική οικονομική της απομόνωση.
Ο πληθωρισμός είχε αυξηθεί υπερβολικά μετά την αποσταθεροποίηση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods και την πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Εξάλλου, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία ήδη βρισκόταν σε ύφεση, την πρώτη της μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.
Πολιτική και Οικονομία Μετά τη Μεταπολίτευση
Μετά την πρώτη διεθνή πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, την ύφεση του 1974 και τη μεταπολίτευση, η ελληνική οικονομία ανέκαμψε σχετικά γρήγορα.
Τα προβλήματα όμως εντάθηκαν μετά τη δεύτερη διεθνή πετρελαϊκή κρίση, την κατάργηση της δασμολογικής προστασίας λόγω της ένταξης στην ΕΕ και την κυβερνητική αλλαγή του 1981.
Η κατάρρευση της δικτατορίας μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 οδήγησε στην κατάργηση της βασιλευομένης δημοκρατίας υπέρ μιας προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οδήγησε επίσης στην εθνική συμφιλίωση, μέσω της σταδιακής επούλωσης των πληγών του εμφυλίου πολέμου, καθώς και στην ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες το 1981.
Ωστόσο, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιβραδύνθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ενώ το πρόβλημα του υψηλού πληθωρισμού είχε ήδη επιστρέψει από το 1973. Στη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια σημαντική περαιτέρω αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας και επικράτησε στασιμοπληθωρισμός για μεγάλες περιόδους.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, ως νέες κυρίαρχες ιδεολογικές κατευθύνσεις της χώρας αναδείχθηκαν οι πολιτικές ελευθερίες, η κοινωνική δικαιοσύνη και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας.
Σε κάποιο βαθμό, αυτή η ιδεολογική μεταστροφή ήταν αποτέλεσμα των σημαντικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών που είχε επιφέρει η οικονομική ανάπτυξη των προηγουμένων δεκαετιών, αλλά και μία αντίδραση στους περιορισμούς των ελευθεριών και στις πολιτικές διακρίσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της επταετούς στρατιωτικής δικτατορίας. Η αναζήτηση πολιτικής ελευθερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και εθνικής συμφιλίωσης και η επιδίωξη της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμόρφωσε όχι μόνο τα πολιτικά αλλά και τα οικονομικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η αλλαγή στους κοινωνικούς συσχετισμούς και στο πολιτικό και ιδεολογικό καθεστώς επηρέασε τις περισσότερες πτυχές της οικονομίας.
Το αίτημα για αναδιανομή και για διευρυμένο ρόλο για το κράτος οδήγησε τις πρώτες κυβερνήσεις μετά τη μεταπολίτευση να αναζητήσουν περισσότερα μέσα παρέμβασης στη λειτουργία της οικονομίας, καταφεύγοντας σε μια πιο ενεργητική διαχείριση της συνολικής ζήτησης, σε αυξήσεις μισθών μέσω της εισοδηματικής πολιτικής, σε ελέγχους τιμών και επιτοκίων, πιστωτικούς ελέγχους, επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, συνεχείς αναθεωρήσεις του φορολογικού και ρυθμιστικού πλαισίου, αυξήσεις στη φορολογία, κρατικοποιήσεις (Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, Ολυμπιακή Αεροπορία, Συγκρότημα Εμπορικής) και τη δημιουργία νέων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών. Στην αγορά εργασία αποκαταστάθηκαν οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και το δικαίωμα της απεργίας. Στη μακροοικονομική πολιτική ακολουθήθηκαν κεϋνσιανές πολιτικές ενίσχυσης της συνολικής ζήτησης για την έξοδο από την ύφεση του 1974, οι οποίες διατηρήθηκαν έως και το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής στους κανόνες και τους θεσμούς της οικονομικής πολιτικής είναι το Σύνταγμα του 1975. Το Σύνταγμα αυτό, το οποίο με ορισμένες τροποποιήσεις ισχύει έως σήμερα, είχε μία σειρά άρθρων που σηματοδοτούσαν μία διαφορετική προσέγγιση στα ζητήματα της οικονομίας σε σχέση με αυτό του 1952 και τα προηγούμενα ελληνικά συντάγματα, καθώς προέβλεπε έναν ιδιαίτερα ενισχυμένο ρόλο για τον κρατικό παρεμβατισμό.
- Ήταν λιγότερο κατηγορηματικό αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε σχέση με αυτό του 1952 (άρθρα 17, 18 και 106).
- Καθόριζε ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα προστατευόμενο από το κράτος το οποίο όφειλε να δημιουργεί συνθήκες πλήρους απασχόλησης και να μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22). Θεσμοθετούσε έτσι την προτεραιότητα της μείωσης της ανεργίας έναντι του πληθωρισμού και έθετε το συνταξιοδοτικό σύστημα υπό την αιγίδα του κράτους.
- Προστάτευε χωρίς περιορισμούς τη συνδικαλιστική δράση και το δικαίωμα της απεργίας (άρθρο 23).
- Προέβλεπε για πρώτη φορά ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η χωροταξία και η προστασία των μνημείων και των παραδοσιακών περιοχών αποτελεί υποχρέωση του κράτους (άρθρο 24).
- Προέβλεπε τα της συμμετοχής της Ελλάδος σε διεθνείς οργανισμούς και τους όρους περιορισμού των κυριαρχικών της δικαιωμάτων εξ αυτής της συμμετοχής (άρθρο 25). Αυτό προφανώς έγινε εν όψει της αίτησης για ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
- Προέβλεπε ότι η εκπαίδευση είναι δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες της, και ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι αποκλειστικό προνόμιο του κράτους (άρθρο 16).
- Προέβλεπε την υποχρέωση του κράτους να προγραμματίζει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα, έβαζε περιορισμούς στην ιδιωτική δραστηριότητα και επέτρεπε τις κρατικοποιήσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 106).
- Παρότι προέβλεπε και πάλι την αυξημένη προστασία που απολάμβανε η εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό, προέβλεπε τη δυνατότητα αναθεώρησης για τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί κατά την περίοδο της δικτατορίας (άρθρο 107).
Κατά συνέπεια, στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, το Σύνταγμα του 1975 είχε μεγάλες διαφορές με το προηγούμενο Σύνταγμα του 1952, καθώς αντανακλούσε τη νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, και τις νέες αντιλήψεις που ευνοούσαν την επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης, την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, την περαιτέρω επέκταση της κρατικής οικονομικής δραστηριότητας αλλά και τη δυνατότητα ένταξης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Οι αλλαγές στις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής σημειώθηκαν ως επί το πλείστον χωρίς προμελέτη, πρόγραμμα και επαρκή θεσμική προετοιμασία, γεγονός που κλόνισε την αξιοπιστία της προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του φορολογικού συστήματος και του ρυθμιστικού πλαισίου.
Η οικονομική πολιτική άρχισε να καθορίζεται με βάση τη διακριτική ευχέρεια των εκάστοτε κομμάτων εξουσίας, ενώ σταδιακά εγκαταλείφθηκαν οι κανόνες της δημοσιονομικής και νομισματικής πειθαρχίας που επικρατούσαν στην περίοδο 1950-1973. Ο ‘χρυσός κανόνας’ της δημοσιονομικής πειθαρχίας (ισοσκελισμένος τακτικός προϋπολογισμός) σταδιακά εγκαταλείφθηκε και, μετά και την κατάρρευση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, η νομισματική και συναλλαγματική σταθερότητα θυσιάστηκε στο βωμό της επιδίωξης της πλήρους απασχόλησης.
Επιπλέον, η πολιτική πόλωση που επικράτησε μετά το 1977 μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας (Ν.Δ και Πα.Σο.Κ) αναφορικά με τις προτεραιότητες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας, συνέβαλε στη δημιουργία μη βιώσιμων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και χρεών, καθώς οι κυβερνήσεις, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις προτεραιότητές τους, κατέφευγαν σε νομισματική χρηματοδότηση και δημόσιο δανεισμό, μεθόδους οι οποίες δεν συνεπάγονταν το άμεσο πολιτικό κόστος σημαντικών αυξήσεων της φορολογίας. Η τάση αυτή ενισχυόταν σε προεκλογικές περιόδους.
Η νομισματική χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η αλληλουχία υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων, αυξήσεων τιμών και υποτιμήσεων του νομίσματος οδήγησε σε μεγάλη και επίμονη αύξηση του πληθωρισμού, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1980. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις σε υποδομές υπέφεραν κάθε φορά που εκδηλώνονταν προσπάθειες ελέγχου των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δεδομένου ότι ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων συνεπαγόταν μικρότερο άμεσο πολιτικό κόστος από τη μείωση των τρεχουσών δαπανών για μισθούς και συντάξεις.
Η ελληνική μεταποίηση, η οποία ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη της περιόδου υψηλής ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του 1960, εισήλθε μετά τη μεταπολίτευση σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης.
Η Ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ
Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1981 υπήρξε καθοριστική πολιτική και οικονομική επιλογή. Εδραίωσε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, άνοιξε την πρόσβαση σε μια μεγάλη κοινή αγορά και εξασφάλισε σημαντικούς κοινοτικούς πόρους. Οι προσδοκίες, ωστόσο, για ταχεία οικονομική σύγκλιση δεν επαληθεύτηκαν κατά την πρώτη περίοδο της συμμετοχής. Η Ελλάδα απέκτησε νέες δυνατότητες χωρίς να έχει προετοιμάσει επαρκώς την παραγωγική της βάση για να τις αξιοποιήσει.
Η προετοιμασία αυτή είχε αρχίσει πολύ πριν από την πλήρη ένταξη. Η Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδας–ΕΟΚ υπογράφηκε το 1961 και τέθηκε σε ισχύ το 1962. Προέβλεπε μια σταδιακή πορεία οικονομικής προσέγγισης, η οποία θα μπορούσε να δώσει στις ελληνικές επιχειρήσεις και στη δημόσια διοίκηση περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής αγοράς. Η δικτατορία του 1967 διέκοψε αυτή την πορεία: η εφαρμογή της συμφωνίας πάγωσε και ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974.
Η απόφαση για ταχεία πλήρη ένταξη μετά τη Μεταπολίτευση είχε ισχυρή πολιτική λογική. Η συμμετοχή στην Κοινότητα συνδεόταν με τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας και τη μόνιμη τοποθέτηση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Από οικονομική άποψη, όμως, η περίοδος από το 1974 έως το 1981 ήταν σύντομη για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων και την προσαρμογή της διοίκησης. Η χώρα εισήλθε στην κοινή αγορά με σημαντικές αδυναμίες στην οργάνωση της βιομηχανίας, στην ανταγωνιστικότητα και στην ικανότητα σχεδιασμού και υλοποίησης δημόσιων πολιτικών.
Οι δυσκολίες αυτές έγιναν εντονότερες εξαιτίας της συγκυρίας. Η ένταξη συνέπεσε με τις συνέπειες της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης, τον υψηλό διεθνή πληθωρισμό και την επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Στο εσωτερικό, οι επιλογές οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του 1980 συνδυάστηκαν με αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και επίμονο πληθωρισμό. Η Ελλάδα γνώρισε έτσι μια μακρά περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και υψηλής αύξησης των τιμών. Η στασιμοπληθωριστική αυτή εξέλιξη δεν μπορεί να αποδοθεί στην ένταξη καθαυτή. Προέκυψε από τον συνδυασμό εξωτερικών διαταραχών, εγχώριων πολιτικών και προϋπαρχουσών διαρθρωτικών αδυναμιών. Μεταξύ 1980 και 1994 το ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσο όρο μόλις κατά 0,7% ετησίως και ο πληθωρισμός ήταν κατά μέσο όρο 16%.
Η συμμετοχή στην ΕΟΚ άλλαξε ριζικά τους όρους ανταγωνισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η σταδιακή άρση των εμπορικών φραγμών έδωσε στις ελληνικές επιχειρήσεις πρόσβαση σε μια μεγαλύτερη αγορά, αλλά τις εξέθεσε και στον ανταγωνισμό με τις πιο παραγωγικές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για όσες μπορούσαν να βελτιώσουν την ποιότητα, την οργάνωση και την εξαγωγική τους παρουσία, η κοινή αγορά πρόσφερε ευκαιρίες επέκτασης. Για τις περισσότερες η μετάβαση ήταν δυσκολότερη. Η διάκριση αυτή έχει σημασία: η ένταξη δεν επέβαλλε ένα ενιαίο αποτέλεσμα σε όλους τους κλάδους. Έκανε όμως πιο πιεστική την ανάγκη για επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση και αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι καθαρές μεταβιβάσεις πόρων από την Κοινότητα. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική στήριξε τα γεωργικά εισοδήματα, ενώ τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, που άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980, και αργότερα τα διαρθρωτικά ταμεία χρηματοδότησαν αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Οι πόροι αυτοί βοήθησαν νοικοκυριά και περιφέρειες να αντιμετωπίσουν το κόστος της προσαρμογής. Με την πάροδο του χρόνου συνέβαλαν επίσης στη δημιουργία υποδομών που η χώρα δύσκολα θα είχε χρηματοδοτήσει με την ίδια ταχύτητα αποκλειστικά από εθνικούς πόρους.
Η αναπτυξιακή τους απόδοση, ωστόσο, δεν υπήρξε ανάλογη του ύψους τους. Οι ενισχύσεις που λειτουργούσαν κυρίως ως στήριξη του τρέχοντος εισοδήματος, μπορούσαν να μετριάσουν τις άμεσες πιέσεις χωρίς όμως να μεταβάλουν την παραγωγικότητα. Επιχειρήσεις, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και δημόσιοι φορείς αποκτούσαν έτσι περισσότερο χρόνο, αλλά όχι πάντοτε ισχυρότερο κίνητρο να αναδιοργανωθούν. Το ζήτημα δεν ήταν η ύπαρξη των κοινοτικών μεταβιβάσεων. Ήταν η ικανότητα της ελληνικής πολιτικής και διοίκησης να τις συνδέσει με επενδύσεις, αναδιάρθρωση και μετρήσιμα παραγωγικά αποτελέσματα. ‘Ενα μεγάλο μέρος τους συνέβαλε στην αναβολή αναγκαίων προσαρμογών.
Τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου δείχνουν το μέγεθος της χαμένης ευκαιρίας. Η συμμετοχή στην ΕΟΚ όχι μόνο δεν οδήγησε αυτομάτως σε πραγματική σύγκλιση αλλά οδήγησε σε μεγάλη απόκλιση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωνε ήδη το 1990 ότι, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, το χάσμα του κατά κεφαλήν εισοδήματος της Ελλάδας από τον μέσο όρο της Κοινότητας είχε διευρυνθεί. Αυτό δεν αναιρεί τα πολιτικά οφέλη της ένταξης ούτε τα οφέλη των μεταβιβάσεων και της πρόσβασης στην κοινή αγορά. Δείχνει ότι η πρόσβαση σε αγορές και πόρους χρειάζεται να συνοδεύεται από συνεπή οικονομική πολιτική και αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.
Η εμπειρία αυτή επαναλήφθηκε, με διαφορετικό τρόπο, κατά την προετοιμασία για την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Εκεί η Ελλάδα διέθετε περισσότερο χρόνο. Η πολιτική της ονομαστικής σύγκλισης επικεντρώθηκε πρωτίστως στον πληθωρισμό, στα επιτόκια και στα δημοσιονομικά κριτήρια της συνθήκης του Maastricht. Ωστόσο, η επιδίωξη της ονομαστικής σύγκλισης οδήγησε σε επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας χωρίς να αντιμετωπιστούν στη ρίζα τους τα δημοσιονομικά προβλήματα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν υπήρξε βελτίωση στην παραγωγικότητα, στη διάρθρωση της παραγωγής και στην εξαγωγική ικανότητα.
Η ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2001 αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο στη μεταπολεμική οικονομική της ιστορία. Το κοινό νόμισμα έφερε νομισματική σταθερότητα, χαμηλότερα επιτόκια και ευκολότερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές. Ταυτόχρονα όμως η χώρα απεμπόλησε τη νομισματική και συναλλαγματική της πολιτική, χωρίς να έχει αντιμετωπίσει τις κύριες μακροοικονομικές της ανισορροπίες.
Όπως και στην περίπτωση της ένταξης στην ΕΟΚ, η ένταξη στη ζώνη του ευρώ πραγματοποιήθηκε χωρίς επαρκή προετοιμασία και προσαρμογή. Αυτό επηρέασε με κρίσιμο τρόπο την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά την ένταξη.
Με την υιοθέτηση του ευρώ, εξαφανίστηκε ο κίνδυνος υποτίμησης της δραχμής έναντι των νομισμάτων των εταίρων. Το Δημόσιο μπορούσε να δανείζεται φθηνότερα, ενώ οι τράπεζες απέκτησαν πρόσβαση σε ευρύτερη χρηματοδότηση. Ο δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών αυξήθηκε υπέρμετρα. Παράλληλα, το ενιαίο νόμισμα απλοποίησε τις συναλλαγές με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης και μείωσε το συναλλαγματικό κόστος.
Ακολούθησε μια περίοδος ταχείας ανάπτυξης. Μεταξύ 2000 και 2009, το πραγματικό ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσο όρο κοντά στο 4% ετησίως, έναντι περίπου 2% στην ευρωζώνη. Τα εισοδήματα πλησίασαν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η κατανάλωση αυξήθηκε ακόμη περισσότερο και η πρόσβαση σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια διευρύνθηκε. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την εντύπωση ότι η συμμετοχή στο ευρώ είχε θέσει την οικονομία σε πορεία πραγματικής σύγκλισης.
Η ανάπτυξη, όμως, στηρίχθηκε υπερβολικά στην εγχώρια ζήτηση, στον δανεισμό και στις κατασκευές. Οι χαμηλότεροι τόκοι δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς για τη μείωση του δημόσιου χρέους ή για παραγωγικές επενδύσεις. Οι εξαγωγές δεν αυξήθηκαν με ρυθμό ικανό να καλύψει την άνοδο των εισαγωγών. Έτσι, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρυνόταν συνεχώς και έφθασε περίπου στο 14,5% του ΑΕΠ το 2008. Η οικονομία γινόταν ολοένα περισσότερο εξαρτημένη από τη συνεχή εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν στους περισσότερους κλάδους ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Αυτό περιόρισε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής. Πριν από το ευρώ, η χώρα μπορούσε να επιχειρήσει να ανακτήσει μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητας υποτιμώντας το νόμισμά της, με σημαντικό βέβαια κόστος για τον πληθωρισμό και τα εισοδήματα. Μετά την ένταξη, η συναλλαγματική ισοτιμία δεν ήταν πλέον διαθέσιμο εργαλείο. Η προσαρμογή έπρεπε να προέλθει από την παραγωγικότητα, το κόστος, τις τιμές και τη σύνθεση της παραγωγής.
Η κρίση του 2009–2010 αποκάλυψε αυτές τις ανισορροπίες. Το υψηλό δημόσιο χρέος, τα μεγάλα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα, και ο μεγάλος ιδιωτικός δανεισμός, σε συνδυασμό με τη μεγάλη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και τους κακούς πολιτικούς χειρισμούς του 2009-2010, οδήγησαν σε απώλεια εμπιστοσύνης και αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές.
Η προσαρμογή πραγματοποιήθηκε μέσα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, μέσω δημοσιονομικής περιστολής, μειώσεων στο κόστος εργασίας και επώδυνων μεταρρυθμίσεων. Η αδυναμία υποτίμησης έκανε τη διαδικασία πιο δύσκολη, ενώ οι αρχικοί θεσμοί της ευρωζώνης δεν είχαν σχεδιαστεί για μια κρίση τέτοιας κλίμακας.
Η ίδια η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ επέτρεψε, ωστόσο, και την παροχή εκτεταμένης στήριξης. Η Ελλάδα έλαβε περίπου 288,7 δισ. ευρώ σε δάνεια διάσωσης από τα κράτη της ευρωζώνης, τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και το ΔΝΤ. Ακολούθησαν μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ενώ το Ευρωσύστημα παρείχε κρίσιμη ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες.
Ωστόσο, η χρηματοδότηση συνοδεύτηκε από αυστηρούς όρους, σε τρία διαδοχικά μνημόνια, και οδήγησε σε μεγάλη απώλεια παραγωγής και εισοδήματος. Επέτρεψε, όμως, στη χώρα να παραμείνει στο ευρώ και να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες κατά την κρίση.
Όταν η Ελλάδα εξήλθε από το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής στις 20 Αυγούστου 2018, η χώρα είχε ανακτήσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όχι όμως και το βιοτικό επίπεδο πριν την κρίση. Οκτώ χρόνια πρωτοφανούς δημοσιονομικής προσαρμογής και θεσμικών μεταρρυθμίσεων είχαν μειώσει δραματικά τα δίδυμα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα που προκάλεσαν την κρίση. Ωστόσο, το τίμημα υπήρξε εξαιρετικά υψηλό: το εθνικό προϊόν είχε μειωθεί κατά περίπου ένα τέταρτο, η ανεργία παρέμενε κοντά στο 20%, οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων εξακολουθούσαν να ισχύουν, το δημόσιο χρέος πλησίαζε το 190% του ΑΕΠ και το τραπεζικό σύστημα ήταν επιβαρυμένο με ένα τεράστιο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Το τέλος των μνημονίων αποτέλεσε ένα σημαντικό πολιτικό και ψυχολογικό ορόσημο, όχι όμως και μια καθαρή τομή με το παρελθόν. Η Ελλάδα παρέμεινε υπό ενισχυμένη ευρωπαϊκή εποπτεία έως τον Αύγουστο του 2022, ενώ η οικονομία της εξακολουθούσε να φέρει τα τραύματα της βαθύτερης και πιο παρατεταμένης καθίζησης που γνώρισε προηγμένη οικονομία σε καιρό ειρήνης στη σύγχρονη εποχή.
Οκτώ χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι διαφορετική. Η οικονομική ανάπτυξη υπερέβη κατά κανόνα τον μέσο όρο της ευρωζώνης, η ανεργία υποχώρησε σε μονοψήφιο ποσοστό, οι τράπεζες σταθεροποιήθηκαν, ο κρατικός προϋπολογισμός επέστρεψε σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα. Το δημόσιο χρέος, αφού κορυφώθηκε περίπου στο 210% του ΑΕΠ κατά την πανδημία, μειώθηκε κοντά στο 146% το 2025.
Η ανάκαμψη είναι πραγματική αλλά δεν είναι όμως ολοκληρωμένη. Η Ελλάδα αποκατέστησε τη μακροοικονομική της αξιοπιστία χωρίς να έχει ακόμη επιτύχει πλήρη σύγκλιση ως προς την παραγωγικότητα, τα πραγματικά εισοδήματα ή την αποτελεσματικότητα των θεσμών. Η μεταμνημονιακή περίοδος πρέπει να ερμηνεύεται προσεκτικά. Είναι μια ιστορία ανάκαμψης, ανθεκτικότητας αλλά και ημιτελούς μετασχηματισμού.
Το ευρώ εξακολουθεί να παρέχει ένα αξιόπιστο νομισματικό πλαίσιο και πρόσβαση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τις επενδύσεις, την αύξηση της παραγωγικότητας ή τη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης. Το επίμονο εξωτερικό έλλειμμα δείχνει ότι αυτή η προσπάθεια μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας παραμένει ημιτελής.
Το Πολιτικό Καθεστώς και η Οικονομική Πολιτική
Το μεταπολιτευτικό πολιτικό καθεστώς είναι χωρίς αμφιβολία το πιο ομαλό δημοκρατικό καθεστώς στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Η πρώτη εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία το 1981 συνέβη υποδειγματικά. Πολιτική αστάθεια υπήρξε στην περίοδο 1989-1990, στην περίοδο 2011-2012 και κατά το 2015, αλλά η πολιτική ομαλότητα επανήλθε σχετικά σύντομα και θεσμικά και στις τρεις περιπτώσεις, μέσω διαδοχικών εκλογών.
Ωστόσο, το μεταπολιτευτικό θεσμικό καθεστώς της οικονομικής πολιτικής εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό χωρίς μακροχρόνιο αναπτυξιακό σχεδιασμό, ως αποτέλεσμα μιας διαπάλης για μερίδια εισοδήματος μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων, με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις να προσπαθούν να ικανοποιήσουν αντικρουόμενους στόχους όπως η επανεκλογή τους, η ανάπτυξη, η απασχόληση, η αναδιανομή και η κοινωνική ειρήνη, μέσω μιας βραχυπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής χωρίς σαφείς και δεσμευτικούς κανόνες.
Η οικονομική και πολιτική αυτή ισορροπία, λόγω και του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος που εγκαθίδρυσε το Σύνταγμα του 1975, και το οποίο ενισχύθηκε μετά την αναθεώρηση του 1986, οδηγούσε σε επιλογές που επηρεάζονταν υπερβολικά από βραχυχρόνιες επιδιώξεις στην οικονομική πολιτική, υποβαθμίζοντας τα πιο μακροχρόνια προβλήματα της οικονομίας και αναβάλλοντας την αντιμετώπισή τους. Με δεδομένο δε ότι το Σύνταγμα δεν περιείχε επαρκείς δεσμεύσεις για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας ή της νομισματικής σταθερότητας, έως ότου αρχίσει να επιδιώκεται η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το αποτέλεσμα ήταν η δημοσιονομική και νομισματική αποσταθεροποίηση της δεκαετίας του 1980.
Η μη ικανοποιητική αυτή ισορροπία διατηρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω και των αυξημένων επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων από την ΕΕ, που συγκάλυπταν τα υποβόσκοντα προβλήματα της οικονομίας. Αλλαγή πορείας υπήρξε μετά την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1990 και την υπογραφή της Συνθήκης του Maastricht, αλλά και πάλι ακολουθήθηκε ο δρόμος της ελάχιστης δυνατής προσαρμογής. Μετά δεν την ένταξη στην ευρωζώνη, τη μείωση των πραγματικών επιτοκίων και την εύκολη πρόσβαση στο διεθνή δανεισμό, η αναβολή των διαρθρωτικών προβλημάτων που υπέβοσκαν συνεχίστηκε, έως ότου προέκυψε η κρίση χρέους του 2010.
Οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των προγραμμάτων προσαρμογής της περιόδου 2010-2018 ήταν κυρίως προσανατολισμένες στην δημοσιονομική προσαρμογή και την προσαρμογή του εξωτερικού ελλείμματος μέσω μείωσης της συνολικής ζήτησης και του μισθολογικού κόστους, χωρίς να οδηγήσουν σε ουσιαστική μεταβολή του παραγωγικού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ανάκαμψη μετά το 2018 να χαρακτηρίζεται από χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης και επάνοδο του προβλήματος των εξωτερικών ανισορροπιών.
Σύνοψη του Οικονομικού Προβλήματος μετά τη Μεταπολίτευση
Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση του 1974 δεν ήταν τόσο πρόβλημα ανεπάρκειας οικονομικών πόρων όσο πρόβλημα ανεπάρκειας και αδυναμίας των πολιτικών θεσμών να προωθήσουν μακροχρόνια επωφελείς μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία.
Πόροι υπήρξαν και μάλιστα σημαντικοί, τόσο λόγω των μεταβιβάσεων από την Ε.Ε όσο και λόγω του εξωτερικού δανεισμού.
Ωστόσο, οι πολιτικοί θεσμοί της χώρας δεν μπόρεσαν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική αξιοποίησή τους και την αποφυγή αποσταθεροποιητικών βραχυχρόνιων επιλογών της οικονομικής πολιτικής μέσω της προώθησης αναγκαίων οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Έτσι, το μεταπολιτευτικό θεσμικό καθεστώς της οικονομικής πολιτικής εξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό χωρίς μακροχρόνιο αναπτυξιακό σχεδιασμό, ως αποτέλεσμα μιας διαπάλης για μερίδια εισοδήματος μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων, με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις να προσπαθούν να ικανοποιήσουν αντικρουόμενους στόχους όπως η επανεκλογή τους, η ανάπτυξη, η απασχόληση, η αναδιανομή και η κοινωνική ειρήνη, μέσω μιας βραχυπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής χωρίς σαφείς και δεσμευτικούς κανόνες.
_____________________________________________
© Γιώργος Αλογοσκούφης
Το κείμενο αυτό αποτελεί μία εκτεταμένη περίληψη της Διάλεξης 2, η οποία πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2026, στα πλαίσια του μαθήματος Διάρθρωση και Προβλήματα της Ελληνικής Οικονομίας.
Οι περιλήψεις που αναρτώνται στην ιστοσελίδα αυτή δεν υποκαθιστούν σε καμμία περίπτωση την πλήρη διάλεξη, ούτε αναιρούν την χρησιμότητα της δια ζώσης παρακολούθησης των διαλέξεων του μαθήματος, οι οποίες περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα στοιχεία και διευκρινίσεις. Επιπλέον οι περιλήψεις αυτές δεν υποκαθιστούν σε καμμία περίπτωση τη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας και του σχετικού συμπληρωματικού υλικού. Οι εξετάσεις θα βασιστούν στις πλήρεις διαλέξεις και στην προτεινόμενη βιβλιογραφία και το σχετικό συμπληρωματικό υλικό.
