Στα 25 χρόνια πριν την μεταπολίτευση του 1974, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, μετρούμενο σε σταθερές τιμές του 2020, είχε υπέρ-πενταπλασιαστεί, από €2.197 το 1948 σε €12.079 το 1973. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ήταν 7,2%.

Στα επόμενα 25 χρόνια, από τη μεταπολίτευση του 1974 έως ότου αποφασισθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ, και αφού η Ελλάδα είχε γίνει μέλος της ΕΕ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 1,4 φορές, από €11.260 το 1974, τη χρονιά της πρώτης μεταπολεμικής ύφεσης, σε €15.545 το 1999. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσής του είχε πέσει μόλις στο 1,3%.

Στα επόμενα 25 πρώτα χρόνια, αυτά της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε ελάχιστα. Από τα €16.122 του 2000, το πραγματικό κατά κεφαλήν διαμορφώθηκε μόλις στα €19.130 το 2024. Μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης μόλις 1,0%. Αυτό οφείλεται βέβαια στη διεθνή ύφεση της περιόδου 2008-2009 και στη ‘μεγάλη καθίζηση΄ της περιόδου 2010-2013. Το ιστορικά υψηλότερο επίπεδο του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ επετεύχθη το 2007, όταν διαμορφώθηκε στα €21.469 του 2020, 1,3 φορές υψηλότερο από ό,τι το 2000. Το επίπεδο αυτό ακόμη δεν έχει προσεγγισθεί, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2024 υπολείπεται αυτού του 2007 κατά περίπου 11%.

Οι κύριες μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου πολέμου έως σήμερα, ανά υπό-περίοδο, παρουσιάζονται στον Πίνακα που ακολουθεί.

Πίνακας 1: Ανάπτυξη, Πληθωρισμός, Ανεργία και Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών 

ΠερίοδοςΟικονομική
Μεγέθυνση
ΠληθωρισμόςΑνεργίαΕξωτερικό Ισοζύγιο
Μετεμφυλιακή
Δημοκρατία
1950-19666,1%4,7%5,8%-0,8%
Στρατιωτική
Δικτατορία
1967-19746,1%7,2%3,8%-3,1%
Πριν τη Μεταπολίτευση1950-19746,1%5,5%5,1%-1,5%
Πριν την Ένταξη
στη Ζώνη του Ευρώ
1975-19991,5%15,0%6,6%-3,0%
Μετά την Ένταξη
στη Ζώνη του Ευρώ
2000-20240,8%2,2%15,4%-6,7%
Μετά τη Μεταπολίτευση1975-20241,1%8,6%11,0%-4,9%
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ. Η οικονομική μεγέθυνση αναφέρεται στον μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ο πληθωρισμός στον μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης του δείκτη τιμών καταναλωτού. Η ανεργία στο μέσο ετήσιο ποσοστό των ανέργων στο συνολικό εργατικό δυναμικό. Το εξωτερικό ισοζύγιο στο μέσο ετήσιο ποσοστό του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο ΑΕΠ.

Οι οικονομικές επιδόσεις της χώρας χειροτέρευσαν γενικότερα στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση. Το ερώτημα είναι γιατί η μετάβαση στο πιο αποτελεσματικό και δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας συνοδεύθηκε από μία τόσο μεγάλη επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων της χώρας.

Οικονομικοί Κανόνες και Θεσμοί της Περιόδου πριν τη Μεταπολίτευση

Πριν τη μεταπολίτευση, στην περίοδο 1950-1973, η ελληνική οικονομία λειτουργούσε ως μια μικτή οικονομία στην οποία το κράτος διαδραμάτιζε κεντρικό συντονιστικό και παρεμβατικό ρόλο, έχοντας στη διάθεσή του ποικίλα διοικητικά, οικονομικά και νομισματικά μέσα. Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής ήταν κάθε άλλο παρά ακραιφνώς φιλελεύθερο. Ωστόσο, σε αντίθεση με το τι επικράτησε μετά τη μεταπολίτευση του 1974, το καθεστώς της οικονομικής πολιτικής χαρακτηριζόταν από σαφείς κανόνες και μία συνέχεια και συνέπεια, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων η οποία συνέβαλε στην αποτελεσματική του λειτουργία.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος οικονομικής πολιτικής που επικράτησε ήταν συνοπτικά τα εξής:

1. Η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στα πλαίσια μιας μικτής οικονομίας της αγοράς αλλά και ο καθορισμός τομέων προτεραιότητας για τις επενδύσεις μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων.

2. Ο κυβερνητικός έλεγχος του πιστωτικού συστήματος ώστε οι εγχώριες αποταμιεύσεις να κατευθύνονται στην χρηματοδότηση των τομέων προτεραιότητας, κυρίως των βιομηχανικών επενδύσεων και των επενδύσεων σε υποδομές.

3. Ο κυβερνητικός έλεγχος των εργασιακών σχέσεων και του καθορισμού μισθών και ημερομισθίων ώστε οι πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις να μην υπερβαίνουν τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.

4. Στα πλαίσια που επέτρεπε η συμμετοχή της Ελλάδας στην GATT, και μετά το 1961 η συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ, η προστασία της εγχώριας παραγωγής  μέσω δασμών και άλλων μέτρων εμπορικής πολιτικής, οι περιορισμοί στην εξαγωγή κεφαλαίων και η αυξημένη προστασία των άμεσων ξένων επενδύσεων.

5. Ο αυξημένος ρόλος του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ηλεκτρική ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, την ύδρευση και κάποιες άλλες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

6. Η νομισματική σταθερότητα, μέσω της σταθερής ισοτιμίας της δραχμής απέναντι στο δολάριο στα πλαίσια του συστήματος του Bretton Woods.

7. Η δημοσιονομική πειθαρχία, μέσω του κανόνος περί ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού τακτικού προϋπολογισμού. 

Η αναπτυξιακή πολιτική βασίστηκε στον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, ώστε να υπάρχουν αφενός υψηλές αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και αφετέρου υψηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα. Οι αποταμιεύσεις χρηματοδοτούσαν τις επενδύσεις στους δύο τομείς προτεραιότητας, οικονομικές υποδομές και βιομηχανία, και η ανταγωνιστικότητα, η οποία είχε αποκατασταθεί μετά την υποτίμηση του 1953, διατηρείτο υψηλή μέσω του ελέγχου των αυξήσεων των μισθών ώστε να μην υπερβαίνουν το άθροισμα του πληθωρισμού και της αύξησης της παραγωγικότητας. Εξίσου σημαντική οικονομική προτεραιότητα ήταν και η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της νομισματικής σταθερότητας, μέσω της συμμετοχής της δραχμής στο σύστημα σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων, η οποία συνέβαλε στη μεγάλη συσσώρευση κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την ταχεία βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, των πραγματικών μισθών και του βιοτικού επιπέδου γενικότερα.

Ωστόσο, η σταδιακή επούλωση των πληγών του εμφυλίου στη συνείδηση των Ελλήνων, οι ακρότητες της δικτατορίας, οι μεγάλοι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί που επέφερε η οικονομική ανάπτυξη, αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις όπως η αύξηση του διεθνούς πληθωρισμού, άρχισαν σταδιακά να υπονομεύουν τους βασικούς πυλώνες του μετεμφυλιακού θεσμικού, πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Το ότι είχε φθάσει στα όρια του φάνηκε κυρίως μετά τη μεταπολίτευση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις εντυπωσιακές της επιδόσεις στην εικοσιπενταετία 1948-1973, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.

Το οικονομικό θαύμα των δεκαετιών του 1950 και του 1960 είχε πραγματοποιηθεί υπό προστατευτικούς δασμούς και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, που αποτελούσαν μία ασπίδα για την νηπιακή αρχικά αλλά ταχέως αναπτυσσόμενη αργότερα ελληνική βιομηχανία.

Επιπλέον, η ανάπτυξη δεν ήταν εξωστρεφής, καθώς η Ελλάδα ήταν σχετικά απομονωμένη γεωγραφικά από τη Δυτική Ευρώπη, και δεν μπορούσε, για γεωπολιτικούς λόγους, να στηριχθεί σε στενές οικονομικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, όπως η Τουρκία στα ανατολικά, ή οι χώρες-δορυφόροι της Σοβιετικής Ένωσης στα βόρεια.

Η βιομηχανική παραγωγή επεκτάθηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες προκειμένου να εξυπηρετήσει κυρίως την εγχώρια αγορά, μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών. Ωστόσο, η ελληνική βιομηχανία ποτέ δεν απέκτησε διεισδυτικότητα στις πιο ανταγωνιστικές αγορές της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Επιπλέον, κατά την περίοδο της δικτατορίας 1967-1974 η Ελλάδα απομονώθηκε πολιτικά από την υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα και την περαιτέρω σχετική οικονομική της απομόνωση και την ανεπαρκή προσαρμογή εν όψει της ένταξης στην Ε.Ο.Κ.

Σε κάθε περίπτωση, το μετεμφυλιακό υπόδειγμα μιας ανάπτυξης βασισμένης απλώς και μόνον στη συσσώρευση κεφαλαίου και στις μετακινήσεις εργαζόμενων από τις χαμηλής παραγωγικότητας δραστηριότητες του αγροτικού τομέα στις υψηλότερης παραγωγικότητας δραστηριότητες στα αστικά κέντρα, είχε αρχίσει να δείχνει σημεία κορεσμού ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, λόγω των φθινουσών αποδόσεων στη συσσώρευση κεφαλαίου και την επιβράδυνση των μετακινήσεων του πληθυσμού από την ύπαιθρο προς στα αστικά κέντρα.

Ο πληθωρισμός είχε αυξηθεί υπερβολικά μετά την αποσταθεροποίηση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods και την πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Εξάλλου, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία ήδη βρισκόταν σε ύφεση, την πρώτη της μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Θεσμικές και Πολιτικές Εξελίξεις μετά τη Μεταπολίτευση

Παρά το ότι αναφορικά με τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες, καθώς και τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον μετά τη μεταπολίτευση ήταν σαφώς υπέρτερο, το περιβάλλον αυτό οδήγησε αρχικά σε μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις και συγκρούσεις και ατελέσφορους πειραματισμούς αναφορικά με την οικονομία, καθώς και δημοσιονομική και νομισματική αποσταθεροποίηση. 

Ακόμη και όταν δημιουργήθηκαν πολιτικές συγκλίσεις αναφορικά με τους κύριους στόχους της εξωτερικής, κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, οι συγκλίσεις αυτές δεν οδήγησαν σε επαρκείς συναινέσεις αναφορικά με τα μέσα τα οποία ήταν απαραίτητα για την επιδίωξη αυτών των στόχων, με αποτέλεσμα να αναβάλλονται συνεχώς, ή να επιδιώκονται μερικώς μόνο οι απαραίτητες πολιτικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις. 

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις στις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις μετά τη μεταπολίτευση. 

Πρώτον, τη φάση των μεγάλων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων αναφορικά με τους στόχους, τα μέσα και τους κανόνες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.

Δεύτερον, τη φάση των μερικών συγκλίσεων αναφορικά με τους στόχους αλλά αποκλίσεων σε σχέση με τα μέσα και του κανόνες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Οι διαφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, τη Ν.Δ και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. 

Η τρίτη φάση είναι η περίοδος μετά την κρίση χρέους του 2010, και αφορά στην πολιτική των ‘μνημονίων’ και των απαιτούμενων προσαρμογών μετά τα μνημόνια.

Η πρώτη φάση, αυτή των μεγάλων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων, διήρκεσε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, για περίπου μία εικοσαετία. 

Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας, της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ εκτείνονταν από τον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας έως την κοινωνική και οικονομική πολιτική. Αφορούσαν αρχικά τόσο τους στόχους όσο και τα μέσα. 

Παρότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ ως κυβέρνηση δεν επιδίωξε μετά το 1981 την έξοδο της Ελλάδας από το Ν.Α.Τ.Ο, στο οποίο είχε μόλις επανενταχθεί, ούτε από την Ε.Ο.Κ, στην οποία είχε μόλις ενταχθεί, η πολιτική του ‘μακροοικονομικού λαϊκισμού’ την οποία υιοθέτησε οδήγησε σε οικονομική στασιμότητα, δημοσιονομική αποσταθεροποίηση και νομισματική αστάθεια. 

Επιπλέον, ως αντιπολίτευση το ΠΑΣΟ.Κ αρχικά αντιτάχθηκε βίαια στην πολιτική της απελευθέρωσης της οικονομίας και της δημοσιονομικής προσαρμογής που επεδίωξε η κυβέρνηση της Ν.Δ στην περίοδο 1990-1993.

Η δεύτερη φάση ακολούθησε την περίοδο της πολιτικής σύγκλισης αναφορικά με το στόχο της ένταξης της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η σύγκλιση αυτή δημιουργήθηκε σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. 

Ωστόσο, ενώ υπήρξαν πολιτικές συγκλίσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας αναφορικά με το στόχο της ένταξης και παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ, συνέχισαν να υπάρχουν μεγάλες πολιτικές διαφοροποιήσεις αναφορικά με τα μέσα επιδίωξης αυτής της πολιτικής. 

Οι αρχικές συγκρούσεις αφορούσαν τα μέσα τα οποία μετήλθαν οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ στη δεύτερη φάση της οικονομικής προσαρμογής προκειμένου να επιτευχθεί η ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Μία σύγκρουση η οποία αποδείχθηκε καθοριστική αφορούσε τη χρήση της ‘δημιουργικής λογιστικής’, η οποία συγκάλυπτε τις δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αδυναμίες που συνέχιζαν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία την εποχή της ένταξης. Οι συγκρούσεις αναφορικά με τη ‘δημιουργική λογιστική’ κορυφώθηκαν το 2004 και επανήλθαν το 2009, λίγο πριν την κρίση χρέους. 

Και σε αυτή τη δεύτερη φάση της σχετικής πολιτικής σύγκλισης, παρέμεναν μεγάλες αδυναμίες στην εφαρμογή των κανόνων της οικονομικής πολιτικής, κυριότερες από τις οποίες ήταν η αποφυγή επώδυνων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό, στο φορολογικό σύστημα, στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών και στην αγορά εργασίας. 

Μία ακόμη μεγάλη οικονομική αδυναμία της περιόδου ήταν η δημοσιονομική και γενικότερη οικονομική αποσταθεροποίηση που εκδηλωνόταν συστηματικά σε περιόδους εθνικών εκλογών, ο λεγόμενος εκλογικός κύκλος. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει η ελληνική οικονομία να αποφύγει την κρίση χρέους του 2010 η οποία οδήγησε και στη μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2010-2016.

Η τρίτη φάση αφορά στην περίοδο μετά την κρίση χρέους του 2010 και στις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις που εκδηλώθηκαν λίγο πριν αλλά και μετά. Αυτές αφορούσαν τις πολιτικές ευθύνες για την ίδια την κρίση αλλά και την απόφαση της ένταξης της χώρας στο μηχανισμό στήριξης. 

Στη φάση αυτή το ΠΑ.ΣΟ.Κ κατέρρευσε εκλογικά και στη θέση του αναδείχθηκε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, αρχικά ως αξιωματική αντιπολίτευση και κατόπιν ως κυβέρνηση. 

Οι κύριες πολιτικές συγκρούσεις αφορούσαν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που περιλάμβαναν τα μνημόνια. Ωστόσο, κανένα από τα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που κυβέρνησαν στην περίοδο αυτή δεν υιοθέτησε πολιτικά αυτές τις μεταρρυθμίσεις, παρότι ήταν αναγκασμένα να εφαρμόσουν μια πολιτική δημοσιονομικής και οικονομικής προσαρμογής. Μεγάλο μέρος των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων κατά συνέπεια είτε αναβλήθηκε, είτε υιοθετήθηκε μερικώς και αυτή την περίοδο. 

Η φάση αυτή συνεχίσθηκε και μετά το πέρας των προγραμμάτων των μνημονίων το 2018. Η δε κρίση της πανδημίας το 2020 αποτέλεσε το έναυσμα μιας περαιτέρω προσωρινής δημοσιονομικής χαλάρωσης και αναβολής των μεταρρυθμίσεων που είχε επαγγελθεί αρχικά η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Γιατί όμως το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης δεν υιοθέτησε έγκαιρα και με δική του πρωτοβουλία ένα επαρκές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα οδηγούσε σε δημοσιονομική εξυγίανση και βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας; 

Ποιοι ήταν οι πολιτικοί παράγοντες που οδηγούσαν σε αναβολή, αναστολή ή και αντιστροφή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και στην υιοθέτηση αποσταθεροποιητικών επεκτατικών δημοσιονομικών και εισοδηματικών πολιτικών; 

Η επίκληση του διλήμματος του Mundell, το οποίο είναι η μόνη ορθολογική εξήγηση αυτού του φαινομένου για τη μακροοικονομική προσαρμογή μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί δεν προχώρησε η μακροοικονομική προσαρμογή πριν την ένταξη στην ευρωζώνη ή οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο σύνολο της περιόδου της μεταπολίτευσης. 

Είναι προφανές ότι υπήρχαν και άλλα, πολιτικά και κοινωνικά αντικίνητρα στη μακροοικονομική προσαρμογή και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Πολιτικά και Κοινωνικά Αντικίνητρα σε Οικονομικές Μεταρρυθμίσεις

Η τάση για αναβολή μεταρρυθμίσεων οι οποίες συνεπάγονται μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό κόστος ή και προκαλούν έντονες αντιδράσεις από πολιτικά ισχυρές οργανωμένες μειοψηφίες, είναι ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της βιβλιογραφίας της νέας πολιτικής οικονομίας, μιας οικονομικής προσέγγισης η οποία επιχειρεί να αναλύσει τα κίνητρα και τη συμπεριφορά των κυβερνήσεων και την αλληλεπίδρασή τους με τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του ιδιωτικού τομέα και του εκλογικού σώματος, όπως προσδιορίζονται μέσα από τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Σε μια δημοκρατία, εάν η υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών ή μεταρρυθμίσεων συναντά την αντίδραση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος ή ακόμη και οργανωμένων μειοψηφικών κοινωνικών ομάδων με ειδικό πολιτικό βάρος, και δεν υπάρχουν τα κατάλληλα θεσμικά αντίβαρα, τότε η πολιτική διαδικασία καταλήγει στην αναβολή, αναστολή ή στην μερική μόνο υιοθέτηση των πολιτικών και των μεταρρυθμίσεων αυτών, παρά το ότι μπορεί να είναι επωφελείς για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Για παράδειγμα, αν δύο ή περισσότερες κοινωνικές ομάδες πλήττονται ασύμμετρα από μία κοινωνικά ωφέλιμη μεταρρύθμιση ή/και την δημοσιονομική προσαρμογή, και δεν μπορούν να προσυννενοηθούν και να συμφωνήσουν, και αν η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να προκαθορίσει την πολιτική της περιμένοντας να συμφωνήσουν οι κοινωνικές ομάδες, τότε η μεταρρύθμιση ή η δημοσιονομικη προσαρμογή θα αναβάλλεται επ’ αόριστον, καθώς η κάθε κοινωνική ομάδα θα εμποδίζει την εφαρμογή της πολιτικής που την θίγει περισσότερο από ότι θίγει τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες, επιδιδόμενη σε ένα πόλεμο φθοράς.

Μια άλλη περίπτωση τάσης για αναβολή ή αναστολή μιας μεταρρύθμισης ή της δημοσιονομικής προσαρμογής προκύπτει αν το κόστος είναι άμεσο και βέβαιο ενώ το όφελος είναι αβέβαιο και μελλοντικό. Τότε τα κίνητρα για την υιοθέτησή των μεταρρυθμίσεων ή της προσαρμογής αμβλύνονται, λόγω της αβεβαιότητας αναφορικά με τα προσδοκώμενα μελλοντικά οφέλη. Ακόμη και αν η μεταρρύθμιση ή η δημοσιονομική προσαρμογή συνεπάγεται συνολικά οφέλη, ο διάμεσος ψηφοφόρος μπορεί να μην την υποστηρίξει λόγω της αβεβαιότητας του αν ο ίδιος θα ανήκει στους συνολικά ωφελημένους ή τους ζημιωμένους στο μέλλον.

Αντίστοιχα αποτελέσματα προκύπτουν αν από τη μία πλευρά υπάρχει μια οργανωμένη μειοψηφία, κάθε μέλος της οποίας έχει πολλά να χάσει από μία μεταρρύθμιση ή/και από τη δημοσιονομική προσαρμογή, και από την άλλη μία μη οργανωμένη πλειοψηφία, κάθε μέλος της οποίας έχει να κερδίσει ελάχιστα. Τα μέλη της οργανωμένης μειοψηφίας έχουν ισχυρά κίνητρα να κινητοποιηθούν ώστε να εμποδίσουν τη μεταρρύθμιση ή την προσαρμογή, ενώ τα μέλη της πλειοψηφίας είναι σχετικά αδιάφορα. Αποτέλεσμα είναι να μην πραγματοποιείται η μεταρρύθμιση ή η προσαρμογή. Δεδομένου ότι τα θετικά αποτελέσματα των περισσοτέρων οικονομικών μεταρρυθμίσεων διαχέονται ευρύτερα στην κοινωνία, με μικρά οφέλη για τους πολλούς και σχετικά μεγάλο κόστος για τους άμεσα θιγόμενους, ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις.

Ένας συνδυασμός αυτών των αντιστάσεων λειτούργησε στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1990, όταν οι δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που επιχείρησαν διαδοχικές κυβερνήσεις συνάντησαν μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Παρά το ότι, στην επιφάνεια τουλάχιστον, σχεδόν όλοι εμφανίζονταν να επιθυμούν την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, ελάχιστοι εμφανίζονταν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν τις αναγκαίες διαρθρωτικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις όταν έφθανε η ώρα να εφαρμοστούν.  

Ως αποτέλεσμα, το βάρος της προσαρμογής έπεσε κυρίως στη νομισματική πολιτική και την πτώση των πληθωριστικών προσδοκιών, του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων. Η νομισματική προσαρμογή δεν ανεστάλη κυρίως λόγω της πολιτικής ανεξαρτησίας της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία ενισχύθηκε μετά την υιοθέτηση από την Ελλάδα της συνθήκης του Maastricht. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή υπήρξαν κυρίως έως το 1994, λόγω της αίσθησης του επείγοντος που δημιούργησε η οικονομική και δημοσιονομική κρίση του 1989-1990.

Ωστόσο, η ταχεία πολιτική φθορά και πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη έγινε ‘μάθημα’ για τους διαδόχους της, και έτσι στα επόμενα χρόνια επιβραδύνθηκε ή και ανεστάλη τόσο η περαιτέρω πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή όσο και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συνεπάγονταν σημαντικό πολιτικό κόστος ή δημιουργούσαν έντονες αντιδράσεις, ακόμη και από επιχειρηματικές ή συνδικαλιστικές μειοψηφίες. 

Μετά το 1994 η περαιτέρω μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων βασίστηκε αποκλειστικά σχεδόν στην σταδιακή μείωση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, ως αποτέλεσμα της μείωσης των ονομαστικών επιτοκίων, λόγω της πτωτικής τάσης του πληθωρισμού και των πληθωριστικών προσδοκιών που προκάλεσε η περιοριστική νομισματική πολιτική. Ένα μέρος της επίσης βασίστηκε και στη χρήση της ‘δημιουργικής λογιστικής’, η οποία θεωρήθηκε τότε ότι, βραχυχρόνια τουλάχιστον, δεν συνεπαγόταν πολιτικό ή κοινωνικό κόστος. Δεν υπήρξε καμμία σχεδόν περαιτέρω πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή μετά το 1994.

Το μείγμα αυτό, μιας σχετικά επεκτατικής δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής και μιας σχετικά περιοριστικής νομισματικής πολιτικής είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και την περαιτέρω σημαντική επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Λόγω της πολιτικής της ‘σκληρής δραχμής’ η μείωση του πληθωρισμού των τιμών προηγείτο της μείωσης του πληθωρισμού των μισθών, με αποτέλεσμα να μειώνεται συνεχώς η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον,  δεν υπήρξαν παρά ελάχιστες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας ή της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών. 
Η Ελλάδα πέτυχε μεν να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ στο τέλος αυτού του κύκλου, αλλά τα δημοσιονομικά προβλήματα παρέμεναν μεγάλα, ενώ ταυτόχρονα τα προβλήματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας είχαν οξυνθεί.

Μετά την ένταξη στη ευρωζώνη, τα κίνητρα για αναβολή ή αναστολή των κοινωνικά ωφέλιμων μεταρρυθμίσεων αμβλύνθηκαν ακόμη παραπάνω, λόγω και του διλήμματος του Mundell. Έπρεπε να υπάρξει η κρίση του 2010 και να επιβληθούν στην Ελλάδα από την τρόϊκα μερικές από τις πολιτικά πιο επώδυνες προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, λόγω των τεχνικών αδυναμιών των προγραμμάτων προσαρμογής που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση, αλλά και της αντίστασης των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου αυτής να υιοθετήσουν τη λογική αυτών των προγραμμάτων ή να προτείνουν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, το αποτέλεσμα των προγραμμάτων προσαρμογής υπήρξε η μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας.

Θεσμικές και Διαρθρωτικές Αδυναμίες της Ευρωζώνης

Σημαντικό ρόλο στην ελληνική κρίση έπαιξαν επίσης και οι θεσμικές αδυναμίες και ασυμμετρίες της ίδιας της ευρωζώνης και των ευρωπαϊκών μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων.

Η ευρωζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες ως νομισματική ένωση. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες οικονομικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών μελών που την αποτελούν και χαμηλή διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων. Επιπλέον ούτε είχε ούτε έχει αποκτήσει έναν επαρκή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που να μπορεί να απορροφά μέρος των ασύμμετρων οικονομικών διαταραχών στις διάφορες χώρες που την αποτελούν, και, επιπλέον, δεν επιτρέπει στην κεντρική της τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να λειτουργεί ελεύθερα ως δανειστής ύστατης προσφυγής στα κράτη-μέλη της σε περιόδους κρίσης. Η ευρωζώνη δεν ήταν καν μία τραπεζική ένωση. 

Οι αδυναμίες αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα και στη μετάδοση της κρίσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δίλημματα του Mundell και τα πολιτικά εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις δεν αντιμετωπίστηκαν μόνο από την Ελλάδα, αλλά από όλες τις οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Τα δίλημματα δε αυτά αποδείχθηκαν οξύτερα στην περίπτωση της ευρωζώνης σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου, λόγω των θεσμικών και διαρθρωτικών αδυναμιών και ασυμμετριών της. 

Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Ελλάδα είχε διαχρονικά βαθύτερες και πιο σοβαρές μακροοικονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες από τις υπόλοιπες οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης.

Η ελληνική οικονομία ανέκαμψε σχετικά ικανοποιητικά από την κρίση της πανδημίας. Η συλλογική προσπάθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία συνεπάγεται μία όχι αμελητέα μεταφορά πόρων προς την ελληνική οικονομία ασφαλώς βοήθησε και θα βοήθησει και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, απαιτούνται και άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, μέσω ενός προγράμματος προσαρμογής για μία μονιμότερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η οποία ακόμη και πριν την κρίση της πανδημίας δεν ανέκαμπτε ικανοποιητικά από τη μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2010-2016. 

Η Τρέχουσα Κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί στα €19.415, σε τιμές του 2020. Αυτό είναι υψηλότερο κατά περίπου 23% από το κατώτατο επίπεδο του το 2013, στο μέσον της μεγάλης καθίζησης (€15.801 σε τιμές του 2020), αλλά χαμηλότερο κατά 9,6% από ότι το 2007, πριν το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης (€21469 σε τιμές του 2020). Επιπλέον, σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί μόλις στο 66,9% του μέσου όρου της ΕΕ των 15 πιο αναπτυγμένων οικονομιών, έναντι 82,2% το 2017, πριν την μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας.

Άλλοι δείκτες, όπως τα ποσοστά πληθωρισμού και ανεργίας αναμένεται να διαμορφωθούν κατά το 2025 στο 2,8% και 9,3% αντίστοιχα, υψηλότερα από το μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ.

Το δημοσιονομικό ισοζύγιο στην Ελλάδα αναμένεται να εξακολουθήσει να είναι πλεονασματικό, κάτι που, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, συντελεί στην σχετικά ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό και να αποτελεί μία εν δυνάμει μελλοντική απειλή για την ελληνική οικονομία. 

Μεγάλο πρόβλημα εξακολουθεί να είναι το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που παραμένει πάνω από το 6% του ΑΕΠ, οδηγώντας σε συνεχιζόμενη συσσώρευση εξωτερικού χρέους.

Οι τρέχουσες μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τη ζώνη του ευρώ παρουσιάζονται στον Πίνακα που ακολουθεί.

Πίνακας 2: Τρέχουσες Οικονομικές Εξελίξεις στην Ελλάδα και τη Ζώνη του Ευρώ

202420252026
Μεγέθυνση
Ελλάδα2,1%2,1%2,2%
Ζώνη του Ευρώ1,2%1,2%1,4%
Πληθωρισμός
Ελλάδα2,7%2,8%2,3%
Ζώνη του Ευρώ2,2%2,0%1,8%
Ποσοστό Ανεργίας
Ελλάδα10,1%9,3%8,6%
Ζώνη του Ευρώ6,4%6,4%6,3%
Εξωτ. Ισοζύγιο (% ΑΕΠ)
Ελλάδα-7,4%-6,2%-6,4%
Ζώνη του Ευρώ3,3%2,7%2,6%
Δημ. Ισοζύγιο ΓΓ (% ΑΕΠ)
Ελλάδα1,2%1,1%0,3%
Ζώνη του Ευρώ-3,1%-3,2%-3,3%
Χρέος ΓΓ (% ΑΕΠ)
Ελλάδα154,2%147,6%142,1%
Ζώνη του Ευρώ88,1%88,8%89,8%
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Τράπεζα στοιχείων AMECO, Νοέμβριος 2025

Στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο οι διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν μεγάλες και αφορούν σε έξι κυρίως περιοχές: 

  1. Αγορές Αγαθών και Υπηρεσιών
  2. Αγορά Εργασίας και οι Συλλογικές Διαπραγματεύσεις 
  3. Το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα
  4. Δημόσια Διοίκηση και Δημόσιος Τομέας
  5. Φορολογικό και Προνοιακό Σύστημα
  6. Εκπαιδευτικό Σύστημα

Αυτές είναι και οι περιοχές στις οποίες θα πρέπει να επικεντρωθούν εφεξής οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις.

Μελλοντικές Διεθνείς Οικονομικές Προοπτικές

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μεταβατική φάση, με τους κανόνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος να αλλάζουν υπό το βάρος νέων πολιτικών πρωτοβουλιών, αυξημένου προστατευτισμού και έντονης αβεβαιότητας. Μετά την επιβολή υψηλότερων δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 2025, και ενώ ορισμένες μεταγενέστερες συμφωνίες περιόρισαν τα πιο ακραία αποτελέσματα, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να προσαρμόζεται σε μια νέα πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και επιδείνωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης. Παράλληλα, ορισμένες αναπτυγμένες οικονομίες προχώρησαν σε βαθιές περικοπές της αναπτυξιακής βοήθειας και αυστηρότερους περιορισμούς στη μετανάστευση, ενώ άλλες υιοθέτησαν επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική τους βιωσιμότητα.

Οι κίνδυνοι προέρχονται πλέον από πολλά μέτωπα ταυτόχρονα: γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή αστάθεια, επίμονος πληθωρισμός, δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές πιέσεις και τεχνολογικές ανατροπές.

Η Ευρώπη, περισσότερο από άλλες περιοχές του κόσμου, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των προκλήσεων, λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της χαμηλής παραγωγικότητας και της δημογραφικής πίεσης. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει και η Ελλάδα η οποία, παρά τις πρόσφατες προόδους της, επηρεάζεται σε πολλά επίπεδα από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές αβεβαιότητες, και μάλιστα συχνά αρκετά πιο έντονα από άλλες χώρες, λόγω των διαχρονικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στην επόμενη πενταετία 2026-2030 κατά σχεδόν μία εκατοστιαία μονάδα, από το 3,6% στην πενταετία 2021-2025 στο 2,6% στην πενταετία 2026-2030.

Η αποκλιμάκωση του ρυθμού μεγέθυνσης στις ΗΠΑ, την Ζώνη του Ευρώ και την Κίνα θα είναι λίγο μεγαλύτερη.

Στη Ζώνη του Ευρώ ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,2% στην πενταετία 2026-2030, ενώ στην Ελλάδα σε λίγο υψηλότερο επίπεδο, στο 1,7%.

Σε αυτό το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το αποδεχθεί ότι, παραμένοντας μέλος της ευρωζώνης θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και να προσαρμόσει τη δημοσιονομική και διαρθρωτική της πολιτική με τρόπο που να συνδυάζει εφεξής την εσωτερική με την εξωτερική μακροοικονομική ισορροπία.

Οι Προκλήσεις για την Ελλάδα

Το στοίχημα για την ελληνική οικονομία σήμερα, είναι η υιοθέτηση ενός προγράμματος επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο δεν θα βασίζεται σε επιπλέον δανεισμό από το εξωτερικό. 

Για να επιτευχθεί αυτό είναι σημαντικό η ανάκαμψη να είναι εξωστρεφής, ώστε να μη συνοδευτεί με εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του εξωτερικού ισοζυγίου, όπως συνέβη στη δεκαετία μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Επίσης, η ανάκαμψη θα πρέπει να επιδιωχθεί εντός της ζώνης του ευρώ, παρά τους περιορισμούς που συνεπάγεται η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν.

Πως μπορεί η Ελλάδα να αντιστρέψει τις αρνητικές αναπτυξιακές επιδόσεις της περιόδου της μεταπολίτευσης; Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να σχεδιάσει και να υιοθετήσει ένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα πολιτικής βασισμένο σε μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς (supply side), το οποίο, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης, θα επέτρεπε μια ταχύτερη και βιώσιμη ανάκαμψη, εντός των ορίων της ζώνης του ευρώ, χωρίς την επανεμφάνιση παρατεταμένων ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. 

Το μείγμα πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περαιτέρω βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και στην αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων, μέσω φορολογικών, χρηματοοικονομικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων και μεταρρυθμίσεων.

Στόχευση ενός αποτελεσματικού προγράμματος πρέπει να είναι η βελτίωση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και η ανάκαμψη των επενδύσεων και των αποταμιεύσεων που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για μία νέα αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο αυτό θα πρέπει να γίνει χωρίς εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ως εκ τούτου το πρόγραμμα ανάκαμψης θα πρέπει να τηρήσει λεπτές ισορροπίες.

Προκειμένου να επιτευχθεί η διατηρήσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται πρωτίστως μια αξιόπιστη φορολογική μεταρρύθμιση φιλική προς τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις, καθώς και τολμηρές μεταρρυθμίσεις στον ρόλο και στη λειτουργία των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, της αγοράς εργασίας, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του δημόσιου τομέα και του συστήματος παιδείας. 

Η φορολογική μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη ή να συνδυαστεί με αντίστοιχη μείωση των πρωτογενών δαπανών του Δημοσίου. Αν συνδυαστεί και με περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους εκ μέρους των εταίρων μας αυτό θα είναι ένα επιπλέον θετικό στοιχείο. Οταν επιτευχθεί και εμπεδωθεί η ανάκαμψη, τότε θα δημιουργηθούν περιθώρια και για αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών που χαρακτήρισαν τα προγράμματα προσαρμογής.

Επιπλέον απαιτούνται μεσοπρόθεσμα χειρισμοί που θα ενισχύσουν την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτείας έναντι των επενδυτών και των καταναλωτών, ώστε να ενισχυθούν οι άμεσες ξένες επενδύσεις, να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να ανακάμψει η κατανάλωση με βάση τα αυξημένα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία των καταναλωτών και όχι τον εξωτερικό δανεισμό. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ενταθούν οι αναπτυξιακές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, όπως οι αποκρατικοποιήσεις, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, με παράλληλο περιορισμό του οικονομικού ρόλου του κράτους στις επιτελικές και κοινωνικές του προτεραιότητες.

Παράλληλα υπάρχει επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω και πολύ πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις των κανόνων και της λειτουργίας της ευρωζώνης. Αυτές θα πρέπει να επικεντρωθούν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στη μεγαλύτερη ενοποίηση των κανόνων των αγορών εργασίας, στη δημιουργία ενός επαρκούς μόνιμου κοινού προϋπολογισμού και στην ενίσχυση των χρηματοοικονομικών εργαλείων της ΕΚΤ, ιδίως για την αντιμετώπιση κρίσεων.

Για να είναι αποτελεσματικό ένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και ανάκαμψης θα πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια. Κάτι τέτοιο απαιτεί την υιοθέτησή του ως εθνικού σχεδίου από το ευρύτερο δυνατό πολιτικό φάσμα. Κανένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα δεν μπορεί να επιτύχει αν κυριαρχούν αντικρουόμενες βραχυχρόνιες οικονομικές προτεραιότητες μεταξύ των κομμάτων εξουσίας και προσδοκίες ανατροπής του σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης. Για το λόγο αυτό απαιτούνται και θεσμικές, ίσως και συνταγματικές, μεταρρυθμίσεις που θα επιβάλλουν στις κυβερνήσεις το σεβασμό των περιορισμών που απαιτεί η εξωτερική και η δημοσιονομική ισορροπία. 

Επιπλέον, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας θα πρέπει να ομονοήσουν και σε ένα πρόγραμμα ελάχιστων μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία της ευρωζώνης, και να το προωθήσουν ως θέσεις της Ελλάδος σε όλα τα ευρωπαϊκά φόρα στα οποία μετέχουν.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Σύνδεσμος σε ένα πρόσφατο άρθρο για το Πρόβλημα της Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας

Σύνδεσμος στο Γράφημα της Εβδομάδας στον ιστότοπο του καθ. Γιώργου Αλογοσκούφη