Η διάλεξη αυτή βασίζεται στο βιβλίο του Γιώργου Αλογοσκούφη, Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg, 2024, στο οποίο περιλαμβάνεται μεγαλύτερη ανάλυση και περισσότερες λεπτομέρειες.

______________________________________________

H λήξη του εμφυλίου πολέμου σηματοδότησε μία νέα περίοδο για την ελληνική οικονομία, αφού εξέλιπε πλέον ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την επίτευξη της νομισματικής σταθεροποίησης και της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Παρά το ότι για αρκετά ακόμη χρόνια η πολιτική κατάσταση παρέμεινε ασταθής, άρχισαν να δημιουργούνται οι συνθήκες για μία από τις μακρύτερες περιόδους ταχείας οικονομικής ανάπτυξης και νομισματικής σταθερότητας που γνώρισε η νεότερη Ελλάδα. Επρόκειτο για ένα πραγματικό οικονομικό ‘θαύμα’.

Στα είκοσι πέντε έτη μεταξύ 1948 και 1973, το βιοτικό επίπεδο, όπως μετριέται από το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αυξήθηκε σχεδόν έξι φορές. Για να είμαστε πιο ακριβείς, αυξήθηκε κατά 5,7 φορές, από 2.138 ευρώ (σε τιμές 2015) το 1948, σε 12.235 ευρώ το 1973. (βλ. σχετικό γράφημα).

Η Εξέλιξη του Πραγματικού Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ, 1948-1974

Οι βάσεις για την εντυπωσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας στην εικοσαετία μετά το 1953 τέθηκαν με το σχέδιο Marshall στα τέλη της δεκαετίας του 1940 καθώς και στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αν δεν υπήρχαν ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις και επιλογές στην περίοδο 1948-1953, και αν η μετέπειτα οικονομική πολιτική δεν χαρακτηριζόταν από συνέχεια και συνέπεια, η πορεία της ελληνικής οικονομίας ασφαλώς δεν θα ήταν τόσο θετική.

Η Μετεμφυλιακή Δημοκρατία

Η περίοδος μεταξύ της λήξης του εμφυλίου και της μεταπολίτευσης του 1974 χαρακτηρίστηκε από εναλλαγές πολιτικής αστάθειας και σταθερότητας και την επταετή δικτατορία του 1967.

Ο εμφύλιος πόλεμος έληξε επί της κυβέρνησης του Αλέξανδρου Διομήδη, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, μετά τον θάνατο του τελευταίου τον Ιούνιο του 1949.

Η περίοδος από το τέλος του εμφυλίου έως την επιβολή της επταετούς δικτατορίας το 1967 είναι μία περίοδος κατά την οποία λειτουργούν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, στα πλαίσια ενός καθεστώτος Βασιλευομένης Δημοκρατίας, με βάση το Σύνταγμα του 1952. 

Το Σύνταγμα του 1952 είχε υποβληθεί από την αρμόδια επιτροπή το 1949 στην αναθεωρητική Βουλή του 1946, λίγο πριν αυτή διαλυθεί για τις εκλογές του 1950. Τελικά ψηφίσθηκε από τη Βουλή του 1951, λίγο πριν αυτή διαλυθεί τον Δεκέμβριο του 1951, και άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου του 1952. Δεσμευόταν από το δημοψήφισμα του 1946 για τη μορφή του πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας και βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο Σύνταγμα του 1911.

Ωστόσο, για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου εφαρμόζεται παράλληλα και ένα ‘παράλληλο σύνταγμα’, καθώς παραμένουν σε ισχύ οι έκτακτοι νόμοι που είχαν ψηφισθεί κατά την διάρκεια του εμφυλίου, και που επέτρεπαν τις διακρίσεις εις βάρος των οπαδών της αριστεράς και όσων θεωρούνταν ‘κομμουνιστές’ από τις υπηρεσίες ασφαλείας. Το Κ.Κ.Ε παραμένει εκτός νόμου, αλλά επιτρέπεται σε άλλα κόμματα της αριστεράς να συμμετέχουν στις κοινοβουλευτικές εκλογές, παρά το ότι οι διώξεις κατά των κομμουνιστών συνεχίζονται για ένα διάστημα, με αποκορύφωμα τη δίκη και την εκτέλεση Μπελογιάννη και των συντρόφων του το 1952. Άλλωστε, και το ίδιο το Σύνταγμα επέβαλε περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου (άρθρο 14), απαγόρευε τις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 11) και επέτρεπε διακρίσεις στις προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων με βάση την ιδεολογία των πολιτών (άρθρο 100). 

Αναφερόμαστε στην περίοδο αυτή ως ‘μετεμφυλιακή δημοκρατία’. Με βάση τις αγριότητες οι οποίες είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και με βάση το ότι κατά την περίοδο αυτή σοβεί και διεθνώς ο ‘ψυχρός πόλεμος’, οι διακρίσεις κατά των οπαδών της αριστεράς συνεχίζονται, ως μέτρο ‘αυτοάμυνας’ της χώρας, αν και σταδιακά οι διακρίσεις αμβλύνονται. Μία επιπλέον αδυναμία της μετεμφυλιακής (Βασιλευομένης) δημοκρατίας είναι οι εξωθεσμικές παρεμβάσεις, κυρίως από τις Η.Π.Α και τα ‘ανάκτορα’, κυρίως σε ζητήματα που αφορούσαν τη δημόσια ασφάλεια και την εθνική άμυνα, και οι οποίες υπονόμευαν τον ίδιο το χαρακτήρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και οδηγούσαν σε πολιτικές κρίσεις. 

Τόσο ο Νικόλαος Πλαστήρας όσο και ο Αλέξανδρος Παπάγος αντιμετώπισαν αυτό το πρόβλημα των εξωθεσμικών παρεμβάσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Επιπλέον, δύο από τους πιο σημαντικούς πρωθυπουργούς της περιόδου αυτής, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Παπανδρέου εξωθήθηκαν σε παραίτηση από τις εξωθεσμικές παρεμβάσεις των ‘ανακτόρων’. Παράλληλα, πέραν της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης, λειτουργούσαν και ασκούσαν υπόγεια επιρροή και κάποιες εθνικιστικές παρακρατικές οργανώσεις στο στράτευμα και τα σώματα ασφαλείας, οι οποίες διαπλέκονταν τόσο με τις Η.Π.Α, στις οποίες είχαν μετεκπαιδευθεί χιλιάδες αξιωματικοί, όσο και με τα ‘ανάκτορα’.

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, τα ‘αστικά’ πολιτικά κόμματα ήταν πολυδιασπασμένα. Αυτό αποτυπώθηκε στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950, όταν τρία κόμματα, το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη (18,8% των ψήφων), το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο (17,2% των ψήφων) και η Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα (16,4% των ψήφων) σχεδόν ισοψήφησαν. Η αριστερά, η οποία κατήλθε στις εκλογές ως Δημοκρατική Παράταξη ήλθε πέμπτη, με μόλις 9,7% των ψήφων.

Πρώτα Σχέδια Οικονομικής Ανάπτυξης, 1948-1952

Μεταξύ των ετών 1947 και 1952 καταρτίστηκαν τα πρώτα προγράμματα οικονομικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Η εφαρμογή τους ήταν μερική και η επιτυχία τους ανάλογη. Εκτός από διάφορες μελέτες του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Οργανισμού Ανασυγκρότησης, της UNRRA και διαφόρων ανεξάρτητων επιστημονικών ομάδων, μέχρι το 1948 δεν υπήρχε μακροπρόθεσμο σχέδιο για την στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας.

Ένα προσχέδιο για την εκμετάλλευση του σχεδίου Marshall, που είχε εκπονήσει μία κυβερνητική επιτροπή υπό τον Αλέξανδρο Διομήδη, έδινε έμφαση στην εκτέλεση εγγειοβελτιωτικών, συγκοινωνιακών και υδροηλεκτρικών έργων, καθώς και στη δημιουργία σιδηροβιομηχανίας. Την Επιτροπή Διομήδη διαδέχθηκε το Ανώτατο Συμβούλιο Ανασυγκρότησης, που εκπόνησε το Προσωρινόν Μακροπρόθεσμον Πρόγραμμα Οικονομικής Ανορθώσεως της Ελλάδος, 1948-1952. Το πρόγραμμα υποβλήθηκε στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), πρόδρομο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), στο Παρίσι, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί από την αμερικανική βοήθεια (Σχέδιο Marshall) κατά το μεγαλύτερο μέρος.

Στο τέλος του 1952, το πρόγραμμα προέβλεπε αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής σε επίπεδο υπερδιπλάσιο του προπολεμικού επιπέδου και αύξηση κατά 20% της γεωργικής παραγωγής. Το πρόγραμμα αυτό, όπως και ένα ακόμη πρόγραμμα του 1952, σε μικρό μόνο μέρος υλοποιήθηκαν ως προς τους ποσοτικούς τους στόχους. Οι αποκλίσεις οφείλονταν στο ότι η αμερικανική βοήθεια ήταν μικρότερη από τις προβλέψεις, αλλά και στο ότι οι στόχοι που είχαν τεθεί ήταν αρκετά φιλόδοξοι, δεδομένων των υφισταμένων οργανωτικών, διοικητικών και χρηματοδοτικών περιορισμών.

Αυτό που έχει μεγάλη σημασία δεν είναι τόσο οι ποσοτικοί στόχοι, όσο η γενική κατεύθυνση αυτών των προγραμμάτων, που σε μεγάλο βαθμό είχε επηρεασθεί και από τις εκθέσεις του FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, Νοέμβριος 1946) και της επιτροπής Porter (Αποστολή από το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, Ιανουάριος-Μάρτιος 1947).

Η γενική κατεύθυνση συνοψίζεται στην εντολή που δόθηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο Ανασυγκρότησης για το πλαίσιο του προγράμματος 1948-1952:

“Εκτέλεσις μεγάλων έργων προς ταχείαν εκβιομηχάνισιν της χώρας, προϋπόθεσις της οποίας είναι η εκμετάλλευσις των υδραυλικών δυνάμεων προς εξασφάλισιν ευθηνής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και η αξιοποίησις των εν τη χώρα διαθεσίμων στερεών καυσίμων (λιγνιτών) προς ενεργειακήν ανάπτυξιν. Η εκμετάλλευσις των υδραυλικών δυνάμεων θα διευκολύνη επίσης, εν συνδυασμώ με την εκτέλεσιν εις ευρείαν κλίμακα υδραυλικών και εγγειοβελτιωτικών έργων, την πρόοδον της γεωργίας, την αναζωογόνησιν της υπαίθρου και την ανακοπήν του ρεύματος της αστυφυλίας. … Ανάπτυξις των πηγών ορυκτού πλούτου της χώρας και ίδρυσις βιομηχανιών βασιζομένων επί της εκμεταλλεύσεως τούτου. … Αποκατάστασις και εκσυγχρονισμός του παγίου τεχνικού εξοπλισμού της χώρας και εκτέλεσις έργων κοινωνικής προνοίας και δημόσιας υγείας”.

Δημοσιονομική και Νομισματική Σταθεροποίηση, 1951-1952

Από τα τέλη του 1951 η νομισματική πολιτική άρχισε να γίνεται έντονα περιοριστική. Ο περιορισμός της ξένης βοήθειας οδήγησε σε σημαντική μείωση της νομισματικής επέκτασης, αλλά και σε περαιτέρω μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Οι πιστωτικοί περιορισμοί έγιναν πιο σφικτοί, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση άρχισε να καταργεί αρκετούς από τους υπόλοιπους διοικητικούς περιορισμούς στη λειτουργία των αγορών.

Κατευθυντήρια γραμμή της νέας πιστωτικής πολιτικής ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή των εμπορικών τραπεζών στη χρηματοδότηση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας, ώστε να ελαττωθεί η έκδοση χαρτονομίσματος.

Η μείωση του ρυθμού της νομισματικής επέκτασης οδήγησε σε μεγάλη πτώση του πληθωρισμού το 1952, καθώς συνέπεσε και με μεγάλη αύξηση της παραγωγής ορισμένων αγροτικών προϊόντων και τη μείωση των αποθεμάτων, καθώς και με τις πτωτικές τάσεις των διεθνών τιμών, μετά το τέλος του πολέμου της Κορέας. Οι πληθωριστικές προσδοκίες αποκλιμακώθηκαν γρήγορα, κάτι που είχε άμεση αντανάκλαση και στην αγορά χρυσών λιρών.

Ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1952, η προσφορά και ζήτηση χρυσών λιρών είχαν εξισωθεί. Στη διάρκεια ενός μόνο μήνα, η τιμή της λίρας έπεσε κατά 20% περίπου, από τις 226.500 στις 180.000 δραχμές. Η περιοριστική νομισματική πολιτική της περιόδου 1951-52 είχε ως συνέπεια, από τη μια την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, και από την άλλη, συνέβαλε τα μέγιστα στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών προσδοκιών και της πληθωριστικής διαδικασίας γενικότερα.

Ωστόσο, η οικονομική βελτίωση, που είχε συντελεσθεί, δεν ήταν επαρκής. Παρέμεναν σημαντικές στρεβλώσεις στο σύστημα τιμών από τις επιδοτήσεις και τους αγορανομικούς και άλλους διοικητικούς ελέγχους. Επιπλέον, η μεγάλη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδας και των εμπορικών της εταίρων, στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τις υποτιμήσεις του 1949 και του 1951, είχε προκαλέσει σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας με τη σειρά της απαιτούσε τη διατήρηση σημαντικών ελέγχων στις διεθνείς συναλλαγές, εμποδίζοντας παράλληλα την ανάκαμψη της εγχώριας παραγωγής.

Από τις Κυβερνήσεις του Κέντρου στον Παπάγο

Μετά από μία σειρά βραχύβιων κυβερνήσεων συνασπισμού με εναλλαγές στην πρωθυπουργία των Βενιζέλου και Πλαστήρα, στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου του 1952 πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Παπάγος, ιδρυτής ενός νέου κόμματος, του Ελληνικού Συναγερμού, το οποίο, με 49,2% των ψήφων, λόγω του πλειοψηφικού συστήματος που υιοθετήθηκε, πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Επί 300 εδρών έλαβε 247, το 82,33% των εδρών. Ο συνασπισμός του Κόμματος των Φιλελευθέρων με την ΕΠΕΚ, έλαβε 34,2% των ψήφων, αλλά μόλις 51 έδρες. Η Ελληνική Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) και το Λαϊκό Κόμμα έμειναν εκτός κοινοβουλίου.

Αλέξανδρος Παπάγος: Πρωθυπουργός της Ελλάδος 1952-1955

Λόγω της πολιτικής αστάθειας που είχε προηγηθεί, στις εκλογές του 1952 ο Παπάγος είχε την υποστήριξη του Αμερικανικού παράγοντα αλλά κυρίως του Τύπου. Λόγω της ακυβερνησίας και της συχνής εναλλαγής κυβερνήσεων τα προηγούμενα χρόνια, υποστηρίχθηκε ακόμα και από εφημερίδες του φιλελεύθερου κεντρώου χώρου. Εναντίον της καθόδου του Παπάγου στη πολιτική ήταν ο Βασιλεύς, ο οποίος κατά τα φαινόμενα δεν τον εμπιστευόταν.

Ο Παπάγος ορκίστηκε Πρωθυπουργός στις 19 Νοεμβρίου 1952 και παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον θάνατό του στις 4 Οκτωβρίου 1955, μετά από σύντομη ασθένεια. Η κυβέρνηση Παπάγου σηματοδότησε την απαρχή μιας περιόδου σχετικής πολιτικής σταθερότητας.

Υποτίμηση και Νομισματική Μεταρρύθμιση, 1953-1954

Μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις οικονομικής πολιτικής που ελήφθησαν στην αρχή της περιόδου μετά τον εμφύλιο, ήταν η απόφαση για εκ νέου υποτίμηση της δραχμής και μία ακόμη νομισματική μεταρρύθμιση.

Στις 9 Απριλίου 1953, η κυβέρνηση Παπάγου που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952, προχώρησε σε υποτίμηση της δραχμής κατά 50%. Προηγήθηκε εισήγηση του Υπουργού Συντονισμού Σπύρου Μαρκεζίνη, και η σύμφωνη γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της κυβέρνησης των ΗΠΑ, που έδινε την εξωτερική βοήθεια. Η τιμή του δολαρίου αναπροσαρμόσθηκε από τις 15.000 στις 30.000 δραχμές, με ανάλογες αυξήσεις για τα άλλα νομίσματα.

Η επιλογή αυτή ήταν κρίσιμη διότι επέτρεψε τη μετέπειτα επιδίωξη και διατήρηση νομισματικής σταθερότητας σε συνθήκες υψηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας για τα ελληνικά προϊόντα. Συνδυάστηκε με την ευρεία απελευθέρωση του ελληνικού διεθνούς εμπορίου και των αγορών γενικότερα, με την αξιόπιστη σύνδεση της δραχμής με το δολάριο στα πλαίσια του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, με την περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση και με περιοριστική νομισματική και πιστωτική πολιτική.

Επιπλέον, η υποτίμηση ήταν κάπως μεγαλύτερη από ό,τι χρειαζόταν για την αποκατάσταση της ισοδυναμίας της αγοραστικής δύναμης της δραχμής. Αυτό επέτρεψε την απορρόφηση, χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, των πληθωριστικών πιέσεων που αναπόφευκτα δημιουργεί μία υποτίμηση, λόγω της συνακόλουθης αύξησης των μισθών και των τιμών των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.

Σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση των πληθωριστικών προσδοκιών φαίνεται να έπαιξε και η νομισματική μεταρρύθμιση του Μαΐου του 1954, όταν ορίσθηκε η νέα δραχμή, που ισοδυναμούσε με 1.000 παλαιές. Η απόφαση να περικοπούν τρία μηδενικά από όλες τις νομισματικές αξίες σηματοδότησε τη νέα εποχή του χαμηλού πληθωρισμού και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στη δραχμή.

Η Έκθεση Βαρβαρέσου και το Πρόγραμμα του 1953

Στις αρχές του 1952, η τότε κυβέρνηση είχε αναθέσει στον Κυριάκο Βαρβαρέσο, πρώην Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, την εκπόνηση έκθεσης σχετικά με το πρόβλημα της οικονομικής ανόρθωσης της χώρας. Η έκθεση Βαρβαρέσου εξέφραζε απαισιοδοξία για το κατά πόσον η οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να προέλθει από τη μεταποίηση και τις υπηρεσίες. Επεσήμανε ότι ως στόχος της οικονομικής ανόρθωσης της χώρας θα έπρεπε να τεθεί η ανάπτυξη της γεωργίας, διατηρώντας έτσι την προπολεμική οικονομική ισορροπία. Θεωρούσε ως ανέφικτο το στόχο της εκβιομηχάνισης αφού βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, όπως η στενότητα πρώτων υλών, κεφαλαίων και υποδομών, θα λειτουργούσαν ως τροχοπέδη στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Η έκθεση Βαρβαρέσου δεν υιοθετήθηκε εν τέλει. Αντίθετα, το 1953, μετά την υποτίμηση, υιοθετήθηκε ένα πιο ρεαλιστικό μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, βασισμένο στα έργα υποδομής που μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν με βάση τους υπάρχοντες πόρους. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην παραγωγή ενέργειας και στα εγγειοβελτιωτικά έργα. Επίσης, ορίσθηκε ως προτεραιότητα η προώθηση βιομηχανιών που θα βασίζονταν στην εκμετάλλευση των εγχώριων πρώτων υλών, καθώς και η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Για τον τελευταίο αυτό στόχο καθιερώθηκε ειδικό νομοθετικό καθεστώς, ο νόμος 2687 της 31ης Οκτωβρίου 1953, Περί Επενδύσεων και Προστασίας Κεφαλαίων Εξωτερικού. Ο νόμος αυτός, ο οποίος αποτέλεσε βασικό στοιχείο του αναπτυξιακού οπλοστασίου, παρείχε πλήρη και συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία στα κεφάλαια από το εξωτερικό. Με βάση το νόμο αυτό, στη δεκαετία 1957-1966 εισήχθησαν στην Ελλάδα περίπου $500 εκ., που επενδύθηκαν στους τομείς της επεξεργασίας μετάλλου (Αλουμίνιο της Ελλάδος και Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Χάλυβος κ.α.), στη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία (Ελληνικά Ναυπηγεία, Ναυπηγεία Λάτση, Ναυπηγεία Ελευσίνος), στις αερομεταφορές (Ολυμπιακή Αεροπορία), σε χημικές βιομηχανίες (Ανώνυμος Ελληνική Πετροχημική Βιομηχανία, Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, Χημικαί Βιομηχανίαι Βορείου Ελλάδος, ΕΘΥΛ Ελλάς), σε διϋλιστήρια πετρελαίου (ESSO) και στη βιομηχανία τσιμέντου (Α.Γ.Ε.Τ.).

Σημαντικό ρόλο στην προώθηση των επενδύσεων έπαιξε επίσης ο νόμος 3323/1955, που καθιέρωσε το φόρο εισοδήματος και θέσπισε ειδικά φορολογικά κίνητρα για τα μη διανεμόμενα κέρδη των επιχειρήσεων.

Προκειμένου να υποβοηθηθεί η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η κυβέρνηση άρχισε προσπάθειες διακανονισμού του εξωτερικού δημόσιου χρέους, ενώ προχώρησε και σε διακρατικές συμφωνίες για την προμήθεια κεφαλαιακού εξοπλισμού.

Η Οκταετία Καραμανλή, 1955-1963

Στις 5 Οκτωβρίου του 1955, μετά τον θάνατο του Παπάγου, ο βασιλιάς Παύλος Α΄ , προκαλώντας γενική έκπληξη, ανέθεσε την εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης από το κόμμα της πλειοψηφίας στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον ηλικίας 48 ετών σχετικά άγνωστο Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, αγνοώντας τους δύο έμπειρους αντιπροέδρους της κυβέρνησης Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Έτσι, ο Καραμανλής έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός σχηματίζοντας κυβέρνηση και εξασφαλίζοντας λίγο αργότερα κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές του 1956, οπότε σχημάτισε νέα κυβέρνηση. Σε αυτές τις εκλογές διεκδίκησε την εξουσία με ένα νέο προσωποπαγές κόμμα, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (Ε.Ρ.Ε.) και με αυτό κέρδισε την πρώτη του κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Κωνσταντίνος Καραμανλής: Πρωθυπουργός της Ελλάδος 1955-1963

Ο Καραμανλής παρέμεινε πρωθυπουργός για σχεδόν μία οκταετία, έχοντας κερδίσει εκλογές και το 1958 και το 1961. Παραιτήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1963 μετά από διαφωνία του με τον Βασιλέα Παύλο Α΄.

Η οκταετία Καραμανλή συνδέθηκε με τη διατήρηση της πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας και την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

Οικονομική Στρατηγική των Κυβερνήσεων Καραμανλή, 1955-1963

Από το 1951 έως το 1955 οι κυβερνήσεις του Κέντρου και του Συναγερμού είχαν επιτύχει τη σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών, εν όψει της περικοπής της αμερικανικής βοήθειας και τη νομισματική σταθεροποίηση μετά την υποτίμηση της δραχμής του 1953 και την νομισματική μεταρρύθμιση του 1954.

Η στρατηγική των κυβερνήσεων Καραμανλή για την ανάπτυξη βασίστηκε στο δόγμα της πολιτικής, δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας και της προώθησης των επενδύσεων.

Η ελληνική οικονομία έπρεπε να κινηθεί σε πλαίσιο σταθερότητας, χωρίς πληθωρισμό και ελλείμματα του δημόσιου τομέα, να αυξήσει την παραγωγικότητά της και να αναζητήσει κεφάλαια για μεγάλα επενδυτικά σχέδια.

Οι αμοιβές θα κινούνταν αυξητικά, αλλά ο ρυθμός της αύξησης των μισθών και των ημερομισθίων δεν θα υπερέβαινε αλλά θα υπολειπόταν κατά τι του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, ώστε να δημιουργούνται τα αναγκαία κίνητρα για επενδύσεις.

Το κράτος θα έπαιζε παρεμβατικό ρόλο, έχοντας στη διάθεσή του ποικίλα μέσα. Έχοντας υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος του τραπεζικού συστήματος, θα ρύθμιζε με νομισματικά αλλά και πιστωτικά μέτρα τη ροή των αποταμιεύσεων ώστε να χρηματοδοτούνται επενδύσεις στις υποδομές και τη μεταποίηση. Επιπλέον, θα αναζητούσε ξένους επενδυτές, στους οποίους θα παρείχε ευνοϊκούς όρους, ενώ σε περιπτώσεις απροθυμίας θα αναλάμβανε το ίδιο τη σύσταση βασικών βιομηχανιών.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος οικονομικής πολιτικής που εμπεδώθηκε κατά τη διάρκεια της οκταετίας Καραμανλή ήταν:

1. Η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στα πλαίσια μιας μεικτής οικονομίας της αγοράς αλλά και ο καθορισμός τομέων προτεραιότητας μέσω ενδεικτικών αναπτυξιακών προγραμμάτων.

2. Ο έλεγχος του πιστωτικού συστήματος ώστε οι εγχώριες αποταμιεύσεις να κατευθύνονται στη χρηματοδότηση των τομέων προτεραιότητας, κυρίως των βιομηχανικών επενδύσεων και των επενδύσεων σε υποδομές.

3. Ο έλεγχος των συνδικάτων ώστε οι πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις να μην υπερβαίνουν τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.

4. Στα πλαίσια που επέτρεπε η συμμετοχή της Ελλάδας στην GATT, και μετά το 1961 η συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ, η δασμολογική προστασία της εγχώριας παραγωγής, οι περιορισμοί στην εξαγωγή κεφαλαίων και η αυξημένη προστασία των άμεσων ξένων επενδύσεων.

5. Ο αυξημένος ρόλος του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ηλεκτρική ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, την ύδρευση και κάποιες άλλες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

6. Η νομισματική σταθερότητα, μέσω της σταθερής ισοτιμίας της δραχμής απέναντι στο δολάριο στα πλαίσια του συστήματος του Bretton Woods.

7. Η δημοσιονομική πειθαρχία, μέσω του κανόνος περί ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού τακτικού προϋπολογισμού.

Έως το 1963 το ελληνικό οικονομικό τοπίο είχε μεταβληθεί και η Ελλάδα είχε εξελιχτεί σε μία ταχέως αναπτυσσόμενη χώρα.

Οι κυβερνήσεις του Κέντρου που διαδέχθηκαν τις κυβερνήσεις της Ε.Ρ.Ε δεν ανέστρεψαν, αν και προσάρμοσαν σε ορισμένα σημεία αυτή τη στρατηγική, επιδιώκοντας αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθωτών και αύξηση των κοινωνικών δαπανών.

Το Πενταετές Πρόγραμμα του 1960 και η Συμφωνία Σύνδεσης με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες

Οι κατευθύνσεις του προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης του 1953 ακολουθήθηκαν και μετά το 1955, από τις διαδοχικές κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που διαδέχθηκε τον Παπάγο.

Ο Καραμανλής έδωσε μεγάλη έμφαση στις επενδύσεις υποδομής και ιδιαίτερα στη βελτίωση του οδικού δικτύου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 εξαγγέλθηκε το νέο Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως της Χώρας, 1960-1964, και ακολούθησε αργότερα σειρά άλλων προγραμμάτων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Πενταετές του 1960 για πρώτη φορά έθεσε ως στόχο την ενεργότερη συμμετοχή της χώρας στη διαδικασία ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας. Το 1957 είχε υπογραφεί στη Ρώμη η Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).

Το 1961, η Ελλάδα έθεσε τις βάσεις της συμμετοχής της σε αυτήν, με την υπογραφή στην Αθήνα της συμφωνίας τελωνειακής ένωσης της χώρας με τις χώρες της ΕΟΚ.

Οι Κυβερνήσεις της Ένωσης Κέντρου

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, η Ένωσις Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου απέσπασε τη σχετική πλειοψηφία. Ο Παπανδρέου έλαβε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, και ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, με τη σύμπραξη της ΕΔΑ. Ωστόσο, καθώς δεν επιθυμούσε να στηρίζεται στις ψήφους της αριστεράς, παραιτήθηκε, αφού είχε προχωρήσει σε παροχές, ζητώντας την προκήρυξη νέων εκλογών. Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 απέσπασε την απόλυτη πλειοψηφία με 52,7% και 170 έδρες στο Κοινοβούλιο.

Ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β΄στη δεκαετία του 1960

Οι κυβερνήσεις Παπανδρέου προχώρησαν σε μέτρα πολιτικής φιλελευθεροποίησης, αναδιανομής του εισοδημάτος προς όφελος των μισθωτών και στη θέσπιση της δωρεάν Παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Δεν μετέβαλλαν όμως τις βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής.

Εξώθηση σε Παραίτηση Δύο Εκλεγμένων Πρωθυπουργών
Κ. Καραμανλής, 1963, Γ. Παπανδρέου, 1965.

Ο Παπανδρέου παρέμεινε ως Πρωθυπουργός έως τις 15 Ιουλίου 1965, όταν παραιτήθηκε μετά από σύγκρουση με τον νέο Βασιλέα, Κωνσταντίνο Β΄. Μετά την παραίτησή του ακολούθησε ο διορισμός από τον Κωνσταντίνο, διαδοχικών πρωθυπουργών από την ίδια την Ένωση Κέντρου, για να τον αντικαταστήσει. Τα στελέχη αυτά καθώς και οι υποστηρικτές τους αποκλήθηκαν αποστάτες. Ακολούθησε μία διετής περίοδος πολιτικών συγκρούσεων και αστάθειας, που τελικά διευκόλυνε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Οικονομική Ανάπτυξη και Νομισματική Σταθερότητα, 1950-1967

Η περίοδος της μετεμφυλιακής δημοκρατίας ήταν και μία από τις σπάνιες περιόδους που η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος δεν βασίστηκε στον εξωτερικό δανεισμό και δεν διακόπηκε από κρίσεις εξωτερικού χρέους. Η χρηματοδότηση των επενδύσεων έγινε μέσω της αύξησης των εγχώριων αποταμιεύσεων. Αυτό επέτρεψε μία μακρά περίοδο ταχείας οικονομικής ανάπτυξης χωρίς προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών και το εξωτερικό χρέος. Βεβαίως το εμπορικό ισοζύγιο παρέμενε έντονα ελλειμματικό, παρά τη βιομηχανική ανάπτυξη που βασίστηκε κυρίως στην υποκατάσταση των εισαγωγών. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο προσδιορίζει τη συσσώρευση εξωτερικού χρέους, ήταν σχετικά χαμηλό. Ο λόγος ήταν τα εξωτερικά πλεονάσματα από τη ναυτιλία και τον τουρισμό, καθώς και τα μεταναστευτικά εμβάσματα. Η δε χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν έγινε με εξωτερικό δανεισμό, όπως στο παρελθόν, αλλά με άμεσες ξένες επενδύσεις και αυτόνομες εισροές κεφαλαίου από το εξωτερικό.

Οι παράγοντες που επηρέασαν την εξέλιξη αυτή ήταν πολλοί. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι διεθνείς πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θεσμοί που δεν απέτρεψαν μεν τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά περιόρισαν τις συνέπειές του και οδήγησαν σε στενή πολιτική και οικονομική συνεργασία των οικονομιών της Δυτικής Ευρώπης, της Ιαπωνίας και άλλων οικονομιών της νοτιοανατολικής Ασίας, όπως η Κορέα, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Ο ΟΗΕ, το σύστημα του Bretton Woods, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες αποτέλεσαν τους κυριότερους από αυτούς τους θεσμούς. Προώθησαν την πολιτική, αμυντική και οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών του Δυτικού κόσμου, περιόρισαν τις επιπτώσεις του Ψυχρού Πολέμου, και εμπέδωσαν την ειρήνη και το ελεύθερο εμπόριο.

Επίσης, κρίσιμο ρόλο έπαιξε το μετεμφυλιακό πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της Ελλάδας και ο ρόλος που διαδραμάτισε στην ενθάρρυνση των ιδιωτικών επενδύσεων. Τα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής ήταν επίσης η αστικοποίηση, η προώθηση των δημοσίων επενδύσεων υποδομής, η μακρά ειρηνική περίοδος, το θετικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον και ιδιαίτερα η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και η πτωτική τάση των σχετικών τιμών των πρώτων υλών. Τέλος, υπήρξε σχετικά ελεύθερη λειτουργία των αγορών και βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.

Νομισματική Σταθερότητα

Η δραχμή, μετά την υποτίμηση του 1953 και τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1954, συνδέθηκε στενά με το κυρίαρχο διεθνές νόμισμα, το δολάριο, και διατήρησε σταθερή την ισοτιμία της με αυτό για δύο ολόκληρες δεκαετίες.

Μέσω του δολαρίου, η σχέση της δραχμής διατηρήθηκε σταθερή και με το χρυσό, κάτι που αποτελούσε επιδίωξη της ελληνικής νομισματικής πολιτικής τουλάχιστον από το 1879. Η εσωτερική αξία της δραχμής επίσης διατηρήθηκε σχετικά σταθερή. Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού παρέμεινε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, και η περίοδος 1953-1967 ήταν μία από τις σπάνιες περιόδους που ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν υπερέβαινε τον πληθωρισμό των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών και των ΗΠΑ.

Η Ισοτιμία Δραχμής Δολαρίου ΗΠΑ, 1948-1967

Ο Συντονιστικός Ρόλος του Κράτους

Η εντυπωσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας στην διάρκεια της μετεμφυλιακής δημοκρατίας δεν οφείλεται βέβαια μόνο στην υποτίμηση του 1953 ή στη νομισματική σταθερότητα που εξασφάλισε η συμμετοχή της δραχμής στο σύστημα του Bretton Woods. Οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε τρεις κυρίως παράγοντες.

Πρώτον, στο γεγονός ότι υιοθετήθηκε μία συνεπής στρατηγική προώθησης των παραγωγικών επενδύσεων και της οικονομικής ανάπτυξης.

Δεύτερον, στο ότι το μετεμφυλιακό καθεστώς, εξασφάλισε για μεγάλο διάστημα την κοινωνική ειρήνη, παρά τις αδυναμίες του και τις εσωτερικές αντιφάσεις του.

Τέλος, στο γεγονός ότι υπήρξε συνέχεια στους θεσμούς και συνέπεια στην οικονομική πολιτική.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν έγινε σε βάρος της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία αυξήθηκε εντυπωσιακά στην υπό εξέταση περίοδο.

Στο πλαίσιο μιας μεικτής οικονομίας, το κράτος διαδραμάτιζε κεντρικό συντονιστικό και παρεμβατικό ρόλο, έχοντας στη διάθεσή του ποικίλα διοικητικά, οικονομικά και νομισματικά μέσα.

Έχοντας υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος του τραπεζικού συστήματος, ρύθμιζε με πιστωτικά μέτρα τη ροή των αποταμιεύσεων ώστε να χρηματοδοτούνται επενδύσεις στις υποδομές (το οδικό δίκτυο) και στη μεταποίηση. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα ελεγχόταν αυστηρά μέσω της Νομισματικής Επιτροπής, μιας κυβερνητικής επιτροπής η οποία συνεδρίαζε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι τραπεζικές πιστώσεις διοχετεύονταν σε μεγάλες επιχειρήσεις και δημόσια επενδυτικά έργα με χαμηλά επιτόκια.

Επιπλέον, δημιουργήθηκε ένας μεγάλος αριθμός κυβερνητικών υπηρεσιών και φορέων, ενώ η δραστηριότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων ήταν σε μεγάλο βαθμό υπό κυβερνητικό έλεγχο.

Ωστόσο, ο άμεσος ρόλος του κράτους στην παραγωγή ήταν σχετικά μικρός, εκτός των τομέων της δημόσιας διοίκησης, των τραπεζών, της ηλεκτρικής ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και κάποιων άλλων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Οι περισσότερες τιμές καθορίζονταν ελεύθερα, αν και οι τιμές των «ειδών πρώτης ανάγκης» υπόκεινταν σε ελέγχους. Σε μια εποχή χαμηλού πληθωρισμού, αυτοί οι έλεγχοι δεν φαίνεται να προκαλούσαν ιδιαίτερες στρεβλώσεις. Στο εξωτερικό εμπόριο, οι εγχώριες επιχειρήσεις απολάμβαναν σημαντική προστασία, παρά τη σταδιακή μείωση των δασμών, λόγω της συμμετοχής της Ελλάδας στη GATT και, μετά το 1961, τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (νυν Ε.Ε.).

Ο άμεσος έλεγχος του εργατικού συνδικαλισμού από την κυβέρνηση συνέβαλε στην εργασιακή ειρήνη και τη συγκράτηση των μισθών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι οι αμοιβές κινούνταν μεν αυξητικά, αλλά ο ρυθμός της αύξησης των πραγματικών μισθών και των ημερομισθίων να υστερεί ελαφρά του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, ώστε να δημιουργούνται επιπλέον κίνητρα για επενδύσεις.

Επιπλέον, το κράτος έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην αναζήτηση ξένων επενδυτών, στους οποίους παρείχε κατά περίπτωση ευνοϊκούς όρους και κίνητρα, ενώ σε περιπτώσεις απροθυμίας ιδιωτών επενδυτών αναλάμβανε το ίδιο τη σύσταση βασικών βιομηχανιών.

Αυτά τα θεσμικά χαρακτηριστικά ήταν μεταξύ των κρίσιμων καθοριστικών παραγόντων του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης της Ελλάδας κατά την περίοδο αυτή.

Ασφαλώς, η ραγδαία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, μέσω της αύξησης της εισοδημάτων και της κατανάλωσης, συνέβαλε τα μέγιστα στην αποδοχή του υφιστάμενου κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η Αστικοποίηση

Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης έπαιξε η σημαντική μετακίνηση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, η λεγόμενη αστικοποίηση.

Η μετακίνηση από τις χαμηλής παραγωγικότητας αγροτικές ενασχολήσεις στην ύπαιθρο στις υψηλότερης παραγωγικότητας ενασχολήσεις στη μεταποίηση και τις υπηρεσίες στα αστικά κέντρα είναι βέβαιο ότι ενίσχυσε τη διαδικασία της ανάπτυξης, όπως άλλωστε συνέβη και στους δύο προηγούμενους ιστορικούς κύκλους. Ωστόσο, στην περίοδο από τον Εμφύλιο έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι μετακινήσεις προς τα αστικά κέντρα ήταν πραγματικά πρωτοφανείς (βλ. σχετικό γράφημα).

Η Διαδικασία της Αστικοποίησης, 1940-1971

Ο αστικός πληθυσμός ορίζεται από εκείνους που κατοικούν σε πόλεις και κωμοπόλεις με περισσότερους από 5.000 κατοίκους. Ο υπόλοιπος πληθυσμός ορίζεται ως αγροτικός ή πληθυσμός της υπαίθρου.

Μεταξύ 1951 και 1971, στην περίοδο της υψηλής ανάπτυξης, ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από 4,0 σε 5,7 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή κατά 1,7 εκατομμύρια. Ο πληθυσμός της υπαίθρου μειώθηκε από 3,6 σε 3,1 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή κατά 500 περίπου χιλιάδες.

Όπως και σε προηγούμενους ιστορικούς κύκλους, η εσωτερική μετανάστευση ήταν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης ελκυστικότητας της απασχόλησης στα αστικά κέντρα, λόγω υψηλότερων αμοιβών και καλύτερης ποιότητας ζωής. Η διαδικασία αυτή συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη, λόγω της αύξησης της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας, των εξωτερικών οικονομιών και των οικονομιών κλίμακας. Η περίοδος της αστικοποίησης συνδέθηκε επίσης με την έξαρση της οικοδομικής δραστηριότητας για τη στέγαση των μετακινουμένων προς τις πόλεις, αλλά, λόγω της έλλειψης πολεοδομικού σχεδιασμού, και στην άναρχη πολεοδόμηση.

Η Αθήνα το 1967

Εκτός από τη διαδικασία της αστικοποίησης, οι δύο κύριοι πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης ήταν οι υψηλές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από εγχώριες αποταμιεύσεις, και η δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα.

Οι Επενδύσεις

Η εξέλιξη των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου σε σχέση με το ΑΕΠ απεικονίζεται στο γράφημα που ακολουθεί. Κατά την περίοδο 1950-1966, οι επενδύσεις ήταν κατά μέσο όρο ίσες με το 18,5% του ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 6.8%. Ποτέ πριν ή μετά δεν γνώρισε η Ελλάδα τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ακαθάριστες Επενδύσεις Παγίου Κεφαλαίου, 1948-1966

Η αύξηση των επενδύσεων συμπεριλάμβανε τόσο δημόσιες επενδύσεις, για βελτίωση των υποδομών, όσο και ιδιωτικές επενδύσεις. Οι ιδιωτικές επενδύσεις ήταν πολύ υψηλότερες από τις δημόσιες.

Επιπλέον, μετά το 1953, όταν είχαν πλέον σταματήσει οι εισροές από το σχέδιο Marshall, η τάση των επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ ήταν αυξητική. Από 14,3% του ΑΕΠ το 1953, οι συνολικές ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είχαν αυξηθεί στο 22,6% του ΑΕΠ το 1966. Η δε αύξηση αυτή οφειλόταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στις ιδιωτικές επενδύσεις που είχαν αυξηθεί από το 10,3% του ΑΕΠ το 1953 στο 16,4% του ΑΕΠ το 1966.

Σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης έπαιξε και η βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου, μέσω της εκπαίδευσης, καθώς και η ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης.

Η Αύξηση των Αποταμιεύσεων

Η αύξηση των επενδύσεων χρηματοδοτήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου από αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων. Στην περίοδο 1950-1966 υπήρξε σημαντική αύξηση των αποταμιεύσεων, μέσω των οποίων χρηματοδοτήθηκαν οι αυξημένες επενδύσεις, χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η Μείωση του Ποσοστού της Κατανάλωσης και η Αύξηση των Αποταμιεύσεων, 1948-1966

Αυτό υποδεικνύεται από τη σημαντική μείωση της κατανάλωσης, ιδιωτικής και δημόσιας, σε σχέση με το ΑΕΠ. Από 103,5% του ΑΕΠ το 1950, η συνολική κατανάλωση το 1963 είχε μειωθεί στο 84,1%. Η ιδιωτική κατανάλωση είχε μειωθεί από το 88% του ΑΕΠ το 1950 στο 70,8% του ΑΕΠ το 1963. Κατά την τριετία των κυβερνήσεων της Ε.Κ, 1964-1965, το εξωτερικό ισοζύγιο επιδεινώθηκε λίγο κυρίως λόγω της ταχείας επέκτασης της συνολικής ζήτησης, της αύξησης των πραγματικών μισθών και της περαιτέρω αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων, χωρίς να υπάρξει όμως αντίστοιχη αύξηση των αποταμιεύσεων.

Η Δημοσιονομική Σταθερότητα

Θα ήταν μεγάλη παράβλεψη αν δεν αναφερόμασταν σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συνέβαλαν στη χρυσή αυτή εποχή της ελληνικής οικονομίας. Αυτός δεν ήταν άλλος από την αποφυγή μεγάλων δημοσιονομικών διαταραχών.

Μετά τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μεταξύ 1951 και 1952, το συνολικό έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης παρέμεινε σταθερά κάτω από το 3% του ΑΕΠ, αν και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 επέδειξε μία ελαφρά ανοδική τάση.

Ο κύριος δημοσιονομικός κανόνας που ακολουθήθηκε στην περίοδο αυτή ήταν ο κανόνας του ισοσκελισμένου τακτικού προϋπολογισμού, δηλαδή της ισοσκέλισης δημοσίων εσόδων και τρεχουσών κρατικών δαπανών. Στην πράξη, για την περίοδο από 1957 έως το 1973 ο τακτικός προϋπολογισμός ήταν ελαφρά πλεονασματικός, και τα δημοσιονομικά ελλείμματα προέρχονταν από τον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων. 

Μετά το 1963, το πλεόνασμα του τακτικού προϋπολογισμού μειώθηκε, καθώς, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, αυξήθηκαν οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και υπήρξε σημαντική επέκταση των των δημοσίων δαπανών από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου. Πριν και μετά τις εκλογές του 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθωτών και των συνταξιούχων, θεσμοθετώντας σημαντικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις. Επίσης μετά τις εκλογές του 1964 αύξησε τις δαπάνες για την Παιδεία, στα πλαίσια της καθιέρωσης της εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεις ενώ αυξήθηκαν και οι αγροτικές επιδοτήσεις. Οι αυξήσεις αυτές των δημοσίων δαπανών είχαν σαν αποτέλεσμα μεγάλη μείωση του πλεονάσματος του τακτικού προϋπολογισμού κατά το 1964 και το 1965. Ωστόσο, η δημοσιονομική ισορροπία δεν απειλήθηκε ιδιαίτερα από τις στοχευμένες αυτές αυξήσεις. 

Η Εξέλιξη των Ισοζυγίων της Κεντρικής Κυβέρνησης, 1948-1966

Σημαντική πηγή ελλειμμάτων αποτελούσε και ο λογαριασμός καταναλωτικών αγαθών του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος, ο οποίος δεν συνυπολογιζόταν στις δανειακές ανάγκες της κεντρικής διοίκησης. Μέσω του λογαριασμού αυτού, το κράτος αρχικά ασκούσε την παρέμβασή του για τη ρύθμιση των τιμών βασικών καταναλωτικών αγαθών. Αργότερα, ο λογαριασμός αυτός περιέλαβε τη διαχείριση όλων των δαπανών από την κρατική παρέμβαση για την προστασία του εισοδήματος των καλλιεργητών βασικών αγροτικών προϊόντων. Τα ελλείμματα αυτά οδηγούσαν απευθείας σε νομισματική επέκταση, η οποία για την υπό εξέταση περίοδο δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή.

Πολιτική και Οικονομία μεταξύ 1950 και 1967

Στις αρχές του 1967 η Ελλάδα διένυε το εικοστό δεύτερο έτος από την επάνοδο του κοινοβουλευτισμού το 1946, και η ελληνική οικονομία το εικοστό δεύτερο έτος αδιάλειπτης και ταχείας οικονομικής μεγέθυνσης μετά την απελευθέρωση.

Το πολιτικό καθεστώς λειτουργούσε με εναλλαγή κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων ήδη από το 1946, στη βάση του Συντάγματος που καταρτίστηκε το 1948 αλλά θεσμοθετήθηκε το 1952. Ωστόσο, το καθεστώς αυτό είχε σημαντικές αδυναμίες, όπως οι διακρίσεις που  συνεπαγόταν για τους οπαδούς της αριστεράς, η οποία είχε ηττηθεί στον εμφύλιο, και οι συχνές εξωθεσμικές παρεμβάσεις της ‘πρεσβείας’ των Η.Π.Α και των ‘ανακτόρων’. Οι παρεμβάσεις των ‘ανακτόρων’ είχαν εξωθήσει δύο ισχυρούς εκλεγμένους πρωθυπουργούς σε παραίτηση, τον Ιούνιο του 1963 και τον Ιούλιο του 1965 και είχαν οδηγήσει σε παρατεταμένη πολιτική κρίση. Ωστόσο η κρίση αυτή έδειχνε να βαίνει προς εκτόνωση, μέσω των εκλογών που είχαν προκηρυχθεί για τις 28 Μαΐου του 1967. 

Στην οικονομία, μετά την αποτυχία δύο διαδοχικών σταθεροποιητικών προγραμμάτων μετά την απελευθέρωση, με την εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποίησης του 1946, και παρά την κλιμάκωση του εμφυλίου πολέμου, η ανασυγκρότηση επιτεύχθηκε με τη βοήθεια και από την εφαρμογή του Δόγματος Truman και του σχεδίου Marshall. Μετά δε τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949, ακολούθησε η δημοσιονομική προσαρμογή των αρχών της δεκαετίας του 1950, η υποτίμηση του 1953 και η νομισματική μεταρρύθμιση του 1954, με τι οποίες ενισχύθηκαν οι βάσεις της μετέπειτα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. 

Κατά την αμέσως προηγούμενη δωδεκαετία, από το 1955 έως το 1966, ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης είχε διαμορφωθεί στα πρωτοφανή επίπεδα του 7,3% και ο πληθωρισμός είχε μειωθεί στα επίπεδα του 2,5% το χρόνο. Σε τιμές του 2015, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε υπερ-τετραπλασιαστεί μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια, από 1714 ευρώ το 1946 σε 7169 ευρώ το 1966. Η ανεργία βρισκόταν στο 5% περίπου, έχοντας μειωθεί σχεδόν στο μισό κατά την προηγούμενη εικοσαετία, ενώ το έλλειμμα του βασικού εξωτερικού ισοζυγίου, παρά τη διεύρυνση του μετά το 1964, παρέμενε χαμηλό. Η φτωχή αγροτική Ελλάδα είχε μετατραπεί σε μία οικονομία μεσαίου εισοδήματος, με σημαντική αύξηση του μεριδίου της μεταποίησης και των κατασκευών. Με τη μετακίνηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού προς τα αστικά κέντρα είχε δημιουργηθεί μία δυναμική μεσαία τάξη η οποία είχε συμβάλλει με κρίσιμο τρόπο στη διαδικασία της ανάπτυξης και η οποία είχε δει το βιοτικό της επίπεδο να βελτιώνεται θεαματικά.

Επιπλέον, στις εκλογές της 28ης Μαΐου που είχαν συμφωνηθεί, διαφαινόταν ως περίπου βέβαιη η επικράτηση της Ένωσης Κέντρου, η πολιτική της οποίας μεταξύ 1964 και 1965 είχε δώσει τα πρώτα σημάδια απεγκλωβισμού της πολιτικής από τους περιορισμούς και τις διακρίσεις της μετεμφυλιακής περιόδου και τη μεγαλύτερη συμμετοχή της μεσαίας τάξης τόσο στην πολιτική όσο και στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, με το οποίο καταλύθηκαν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί και επιβλήθηκε η στυγνή επταετής δικτατορία.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης